Kαλώς ήλθατε στη σελίδα μας!
Είμαι ο Αστεροπαίος απο την Παιονία της Μακεδονίας έλαβα μέρος στον πόλεμο της Τροίας στα χρόνια των Ηρώων, στη μεριά των Τρώων. Ενας πόλεμος μεταξύ αδελφών κράτησε 10 ολόκληρα χρόνια.............. Πολέμησα για την Ελένη την ωραιότερη γυναίκα που είδε άνθρωπος ποτέ στον κόσμο όλο. Οι σπουδαιότεροι πολεμιστές του κόσμου βρέθηκαν εκει για να διεκδίκησουν τούτο το θησαυρό.
29 Ιουνίου 2012
25 Ιουνίου 2012
Η εταίρα Θεοδότη και ο Σωκράτης!
«Ζούσε κάποτε στην πόλη μια όμορφη γυναίκα με το όνομα Θεοδότη, που πρόσφερε τη συντροφιά της μόνο σε όποιον την έπειθε. Κάποιος από τους παρευρισκομένους τη θυμήθηκε και είπε ότι η ομορφιά της γυναίκας είναι στην πραγματικότητα ανώτερη από τη φήμη της. Είπε ακόμη ότι γι’ αυτόν το λόγο την επισκέπτονται ζωγράφοι για να τη ζωγραφίσουν, στους οποίους δείχνει τα κάλλη της. «Ας πάμε λοιπόν να τη δούμε» είπε ο Σωκράτης. «Γιατί να μάθουμε ακριβώς την αλήθεια, ασφαλώς δεν είναι το καλύτερο να ακούμε μόνο λόγια».
Και ο παρευρισκόμενος που μίλησε για τη γυναίκα είπε: «Να σπεύσετε, διότι αλλιώς δε θα προλάβετε ακολουθώντας». Όταν έφθασαν στη Θεοδότη, τη βρήκαν να στέκεται δίπλα σε κάποιον ζωγράφο που την ζωγράφιζε και την κοιτούσαν. Μόλις ο ζωγράφος σταμάτησε, είπε ο Σωκράτης: «Φίλοι μου σας ερωτώ: ποιο από τα δύο θεωρείται σωστό, εμείς να χρωστούμε ευγνωμοσύνη στη Θεοδότη, διότι μας έδειξε τα κάλλη της ή αυτή σε μας, επειδή γνωρίσαμε την ομορφιά της; Αν δηλαδή η επίδειξη είναι χρησιμότερη γι’ αυτήν θα πρέπει αυτή να μας ευγνωμονεί, αν όμως η θέαση ήταν ωφέλιμη για μας, θα πρέπει εμείς να την ευχαριστούμε.
Ή όχι; «Η κυρία λοιπόν έχει κερδίσει την έκφραση της ευγνωμοσύνης μας και αν εμείς την κάνουμε γνωστή σε περισσότερους θα έχει περισσότερα οφέλη. Εμείς όμως έχουμε την επιθυμία να αγγίξουμε τα όσα είδαμε και φεύγουμε με τον ερεθισμό του πόθου και όταν είμαστε μακριά θα την ποθούμε. Για όλα αυτά είναι εύλογο εμείς να της προσφέρουμε τις περιποιήσεις μας και εκείνη να τις δέχεται».
Και η Θεοδότη: «μα το Δία», είπε, «αν έτσι είναι, θα πρέπει εγώ να σας χρεωστώ ευγνωμοσύνη για τη θέαση».
Μετά από αυτά ο Σωκράτης βλέποντάς την με την πολυτελή εμφάνιση που είχε και την μητέρα της που ήταν κοντά της με φόρεμα και λοιπή περιποίηση κάθε άλλο παρά τυχαία και υπηρέτριες πολλές και όμορφες που και αυτές κάθε άλλο παρά ατημέλητες ήταν και την κατοικία να έχει αρκετές ανέσεις, είπε: «Πες μου, Θεοδότη, έχεις μήπως κάποιο χωράφι;» «Όχι, βέβαια», απάντησε εκείνη. «Μήπως κάποιο σπίτι που σου αποφέρει εισόδημα;». «Ούτε σπίτι» είπε. «Μήπως κάποια βιοτεχνία;». «Ούτε και βιοτεχνία». «Από πού λοιπόν έχεις αυτά που χρειάζεσαι για τη ζωή σου». «Εάν κάποιος» απάντησε εκείνη «αφού γίνει φίλος μου θέλει να κάνει καλό για μένα, τότε αυτός είναι το εισόδημά μου». «Μα την Ήρα, Θεοδότη» είπε ο Σωκράτης «είναι μια ωραία περιουσία και πολύ καλύτερη από πρόβατα, γίδια και βόδια να έχεις αποκτήσει ένα κοπάδι από φίλους.
Όμως αφήνεις το πράγμα στην τύχη, μήπως σου πέση σαν μυίγα κάποιος φίλος ή εσύ επινοείς κάποιο δικό σου τέχνασμα;» «Πώς» είπε η Θεοδότη «θα μπορούσα εγώ να βρω κάποιο τέχνασμα;» «Μα το Δία», είπε ο Σωκράτης, «θα μπορούσες πολύ καλύτερα να το κάνεις από όσο οι αράχνες. Ξέρεις βέβαια πως εκείνες εξασφαλίζουν με το κυνήγι ό,τι χρειάζονται για να ζήσουν: αφού υφάνουν λεπτούς ιστούς, ό,τι πέσει εκεί, το έχουν για τροφή». «Συμβουλεύεις λοιπόν και μένα να υφάνω κάποιο ιστό για να τυλίξω τα θηράματά μου;». «Μη νομίσεις πως είναι τόσο απλό πράγμα το να πιάσεις το πιο πολύτιμο θήραμα, δηλαδή φίλους», είπε ο Σωκράτης. «Δε βλέπεις ότι και εκείνοι που κυνηγούν ένα μικρής αξίας θήραμα, τους λαγούς, χρησιμοποιούν πολλά τεχνάσματα; Αν πρόκειται για λαγούς που βόσκουν τη νύχτα, παίρνουν σκυλιά κυνηγετικά της νύχτας, και πιάνουν τους λαγούς με αυτά.
Αν βγαίνουν από τη φωλιά τους την ημέρα, οι κυνηγοί έχουν άλλα σκυλιά, τα οποία, μόλις οι λαγοί από τη βοσκή φύγουν για τη φωλιά τους τους αντιλαμβάνονται από την οσμή τους και τους βρίσκουν. Αν δε οι λαγοί τρέχουν γρήγορα ώστε να μπορούν να διαφύγουν ακόμη και όταν γίνουν αντιληπτοί, χρησιμοποιούν για τη σύλληψή τους άλλα ταχύποδα σκυλιά. Επειδή όμως υπάρχουν λαγοί που διαφεύγουν και από αυτά, στήνουν δίχτυα (παγίδες) στα μονοπάτια απ’ όπου φεύγουν, ώστε οι λαγοί πέφτοντας σε αυτά να συλληφθούν».
«Με ποιο λοιπόν παρόμοιο τέχνασμα θα μπορούσα εγώ να κυνηγήσω και να πιάσω φίλους;» ρώτησε η Θεοδότη. «Εάν, μα το Δία», είπε ο Σωκράτης, «αντί σκύλου έχεις κάποιον, ο οποίος μετά από κατάλληλη ανίχνευση θα βρει εκείνους που αγαπούν την ομορφιά και είναι πλούσιοι, και αφού τους βρή θα επινοήσει κάποιο τέχνασμα για να τους ρίξει στα δίχτυα σου». «Και ποια δίχτυα έχω εγώ;» είπε εκείνη. «Ένα οπωσδήποτε, και μάλιστα πολύ καλά περιπλεγμένο, δηλαδή το σώμα σου. Και μέσα σ’ αυτό την ψυχή, με την οποία καταλαβαίνεις με ποιες ματιές θα δίνεις υποσχέσεις και με ποια λόγια θα προκαλείς ευχαρίστηση. Καταλαβαίνεις ακόμη πως αυτόν που νοιάζεται για σένα θα πρέπει να τον δέχεσαι ευχαρίστως, αυτόν όμως που ενδιαφέρεται μόνο για την ευχαρίστησή του να τον διώχνεις. Και πως αν κάποιος φίλος αρρωστήσει πρέπει να τον επισκέπτεσαι δείχνοντας τη φροντίδα σου.
Και πως αν κάτι σπουδαίο να χαίρεσαι μαζί του. Και πως σ’ αυτόν που φροντίζει πολύ για σένα να δείχνεις την ευγνωμοσύνη σου με όλη σου την ψυχή. Γνωρίζω πολύ καλά ότι και εσύ ξέρεις να αγαπάς όχι μόνο παθητικά, αλλά και από καλή διάθεση. και ότι οι φίλοι σου σε συμπαθούν, επειδή φροντίζεις να δείχνεις τη συμπάθειά σου όχι με λόγο, αλλά με πράξη».
«Μα το Δία», είπε η Θεοδότη, «εγώ δεν έχω σκεφθεί τίποτε από όλα αυτά». «Και όμως», είπε ο Σωκράτης, «είναι πολύ σημαντικό να συμπεριφέρεται κανείς προς τους ανθρώπους με φυσικό και σωστό τρόπο. Με τη βία βέβαια δε θα μπορούσες να κατακτήσεις ούτε να κρατήσεις κάποιον φίλο. Με την καλή έμπρακτη συμπεριφορά όμως και την ευχαρίστηση που προσφέρεις, το θηρίο αυτό και να κατακτηθεί μπορεί και κοντά σου πολύ χρόνο μένει». «Αλήθεια λες», είπε. «Πρέπει λοιπόν», είπε ο Σωκράτης, «πρώτα-πρώτα να ζητάς από εκείνον οι οποίοι ενδιαφέρονται για σένα τέτοιες χάρες που έχουν το μικρότερο κόστος, έπειτα δε να τις ανταποδίδεις με την ίδια διάθεση. Έτσι θα μείνουν και καλοί φίλοι και θα σε αγαπούν για μεγάλο διάστημα και θα σου προσφέρουν τη μέγιστη βοήθεια.
Ο καλύτερος τρόπος να δείχνεις τη συμπάθειά σου είναι να προσφέρεις ό,τι έχεις τη στιγμή που το χρειάζονται. Διότι βλέπεις ότι και τα καλύτερα φαγητά, όταν προσφέρονται πριν να έλθη η όρεξη, φαίνονται αποκρουστικά, όταν δε προσφέρονται σε χορτάτους προκαλούν ακόμη και βδελυγμία. Αν όμως τα προσφέρει κάποιος, έχοντας αφήσει τους προσκεκλημένους να πεινάσουν, και αν ακόμη είναι ευτελή, φαίνονται πολύ ευχάριστα». «Πώς όμως θα μπορούσα εγώ να προσκαλέσω πείνα στους πλησίον μου;» ρώτησε η Θεοδότη. «Αν, μα το Δία», είπε ο Σωκράτης «πρώτα σε όσους έχουν κορεσθεί ούτε ‘προσφέρεις’ ούτε κάνεις κάποιο σχετικό υπαινιγμό, έως ότου μόλις τους περάσει ο κορεσμός έχουν πάλι την επιθυμία (για συνεύρεση), έπειτα σε όσους σε θέλουν δίνεις να καταλάβουν ότι πρέπει να σου φέρονται με πολλή ευπρέπεια.
Και να μη φαίνεσαι ότι θέλεις να τους ευχαριστείς. Και να απομακρύνεσαι, μέχρις ότου πάλι σε επιθυμήσουν: διότι τα ίδια δώρα διαφέρουν πολύ όταν προσφέρονται πριν ή μετά την επιθυμία γι’ αυτά». Και η Θεοδότη είπε: «Γιατί λοιπόν εσύ Σωκράτη δε μου έγινες συνεργός στην εξεύρεση των φίλων;» «Θα το κάνω» είπε «μα το Δία, εάν εσύ με πείθεις γι’ αυτό». «Και πώς θα μπορούσα να σε πείσω;» είπε εκείνη. «Θα το σκεφθείς» είπε εκείνος «και κάτι θα βρεις, αν κάπου με χρειάζεσαι». «Να έρχεσαι λοιπόν εδώ συχνά». Ειρωνευόμενος την απραγμοσύνη του ο Σωκράτης είπε: «Όμως Θεοδότη, δε μου είναι εύκολο να βρω ελεύθερο χρόνο. Διότι με απασχολούν πολλές υποθέσεις, προσωπικές και δημόσιες. Και έχω και μερικές φίλες που δε θα με αφήσουν ούτε μέρα ούτε νύχτα να φύγω, διότι μαθαίνουν από μένα τρόπους για να τις αγαπούν και λόγια σαγηνευτικά». «Και αυτά λοιπόν τα ξέρεις, Σωκράτη;» είπε η Θεοδότη. «Και βέβαια» είπε εκείνος: «για ποιον λόγο νομίζεις δε φεύγουν από κοντά μου ούτε αυτός εδώ ο Απολλόδωρος και ο Αντισθένης;
Γιατί έρχονται σε μένα ο Κέβης και ο Σιμμίας από τη Θήβα; Πρέπει να ξέρεις ότι αυτά δε γίνονται χωρίς πολλούς τρόπους που κάνουν τους ανθρώπους να αγαπούν, χωρίς μαγικά λόγια και χωρίς μαγικούς τροχούς» (1). «Γύρισε λοιπόν για μένα», είπε η Θεοδότη «τον τροχό για να έχω πρώτα εσένα κοντά μου». «Όμως εγώ», είπε ο Σωκράτης, δεν θέλω να έλκομαι εγώ από σένα, αλλά εσύ να έρχεσαι σε μένα». «Θα έλθω», είπε, «αρκεί μόνο να με δέχεσαι εσύ». «Θα σε δέχομαι» είπε ο Σωκράτης, «εκτός εάν βρίσκεται μέσα κάποια που αγαπώ περισσότερο».
(1) «Ουκ άνευ πολλών φίλτρων τε και επωδών και ιύγγων». «Ίυγξ» είναι ο γνωστό πουλί σουσουράδα. Δενόταν σ’ ένα τροχό, η περιστροφή του οποίου (με το πουλί) είχε μαγική σημασία για την προσέλκυση προσώπων. Ιδιαίτερα στην αναφορά αυτών των μαγικών τρόπων, με τους οποίους (δήθεν) ο Σωκράτης προσείλκυε τους φίλους του, φαίνεται η χιουμοριστική διάθεση με την οποία έχει επινοηθεί και περιγράφεται η συνάντηση του Σωκράτη με την εταίρα. Εξ ίσου ενδεικτική είναι οπωσδήποτε και η εικόνα του ερωτύλου Σωκράτη στο τέλος της περιγραφής.
Πηγές
http://www.nextdeal.gr/
Και ο παρευρισκόμενος που μίλησε για τη γυναίκα είπε: «Να σπεύσετε, διότι αλλιώς δε θα προλάβετε ακολουθώντας». Όταν έφθασαν στη Θεοδότη, τη βρήκαν να στέκεται δίπλα σε κάποιον ζωγράφο που την ζωγράφιζε και την κοιτούσαν. Μόλις ο ζωγράφος σταμάτησε, είπε ο Σωκράτης: «Φίλοι μου σας ερωτώ: ποιο από τα δύο θεωρείται σωστό, εμείς να χρωστούμε ευγνωμοσύνη στη Θεοδότη, διότι μας έδειξε τα κάλλη της ή αυτή σε μας, επειδή γνωρίσαμε την ομορφιά της; Αν δηλαδή η επίδειξη είναι χρησιμότερη γι’ αυτήν θα πρέπει αυτή να μας ευγνωμονεί, αν όμως η θέαση ήταν ωφέλιμη για μας, θα πρέπει εμείς να την ευχαριστούμε.
Ή όχι; «Η κυρία λοιπόν έχει κερδίσει την έκφραση της ευγνωμοσύνης μας και αν εμείς την κάνουμε γνωστή σε περισσότερους θα έχει περισσότερα οφέλη. Εμείς όμως έχουμε την επιθυμία να αγγίξουμε τα όσα είδαμε και φεύγουμε με τον ερεθισμό του πόθου και όταν είμαστε μακριά θα την ποθούμε. Για όλα αυτά είναι εύλογο εμείς να της προσφέρουμε τις περιποιήσεις μας και εκείνη να τις δέχεται».
Και η Θεοδότη: «μα το Δία», είπε, «αν έτσι είναι, θα πρέπει εγώ να σας χρεωστώ ευγνωμοσύνη για τη θέαση».
Μετά από αυτά ο Σωκράτης βλέποντάς την με την πολυτελή εμφάνιση που είχε και την μητέρα της που ήταν κοντά της με φόρεμα και λοιπή περιποίηση κάθε άλλο παρά τυχαία και υπηρέτριες πολλές και όμορφες που και αυτές κάθε άλλο παρά ατημέλητες ήταν και την κατοικία να έχει αρκετές ανέσεις, είπε: «Πες μου, Θεοδότη, έχεις μήπως κάποιο χωράφι;» «Όχι, βέβαια», απάντησε εκείνη. «Μήπως κάποιο σπίτι που σου αποφέρει εισόδημα;». «Ούτε σπίτι» είπε. «Μήπως κάποια βιοτεχνία;». «Ούτε και βιοτεχνία». «Από πού λοιπόν έχεις αυτά που χρειάζεσαι για τη ζωή σου». «Εάν κάποιος» απάντησε εκείνη «αφού γίνει φίλος μου θέλει να κάνει καλό για μένα, τότε αυτός είναι το εισόδημά μου». «Μα την Ήρα, Θεοδότη» είπε ο Σωκράτης «είναι μια ωραία περιουσία και πολύ καλύτερη από πρόβατα, γίδια και βόδια να έχεις αποκτήσει ένα κοπάδι από φίλους.
Όμως αφήνεις το πράγμα στην τύχη, μήπως σου πέση σαν μυίγα κάποιος φίλος ή εσύ επινοείς κάποιο δικό σου τέχνασμα;» «Πώς» είπε η Θεοδότη «θα μπορούσα εγώ να βρω κάποιο τέχνασμα;» «Μα το Δία», είπε ο Σωκράτης, «θα μπορούσες πολύ καλύτερα να το κάνεις από όσο οι αράχνες. Ξέρεις βέβαια πως εκείνες εξασφαλίζουν με το κυνήγι ό,τι χρειάζονται για να ζήσουν: αφού υφάνουν λεπτούς ιστούς, ό,τι πέσει εκεί, το έχουν για τροφή». «Συμβουλεύεις λοιπόν και μένα να υφάνω κάποιο ιστό για να τυλίξω τα θηράματά μου;». «Μη νομίσεις πως είναι τόσο απλό πράγμα το να πιάσεις το πιο πολύτιμο θήραμα, δηλαδή φίλους», είπε ο Σωκράτης. «Δε βλέπεις ότι και εκείνοι που κυνηγούν ένα μικρής αξίας θήραμα, τους λαγούς, χρησιμοποιούν πολλά τεχνάσματα; Αν πρόκειται για λαγούς που βόσκουν τη νύχτα, παίρνουν σκυλιά κυνηγετικά της νύχτας, και πιάνουν τους λαγούς με αυτά.
Αν βγαίνουν από τη φωλιά τους την ημέρα, οι κυνηγοί έχουν άλλα σκυλιά, τα οποία, μόλις οι λαγοί από τη βοσκή φύγουν για τη φωλιά τους τους αντιλαμβάνονται από την οσμή τους και τους βρίσκουν. Αν δε οι λαγοί τρέχουν γρήγορα ώστε να μπορούν να διαφύγουν ακόμη και όταν γίνουν αντιληπτοί, χρησιμοποιούν για τη σύλληψή τους άλλα ταχύποδα σκυλιά. Επειδή όμως υπάρχουν λαγοί που διαφεύγουν και από αυτά, στήνουν δίχτυα (παγίδες) στα μονοπάτια απ’ όπου φεύγουν, ώστε οι λαγοί πέφτοντας σε αυτά να συλληφθούν».
«Με ποιο λοιπόν παρόμοιο τέχνασμα θα μπορούσα εγώ να κυνηγήσω και να πιάσω φίλους;» ρώτησε η Θεοδότη. «Εάν, μα το Δία», είπε ο Σωκράτης, «αντί σκύλου έχεις κάποιον, ο οποίος μετά από κατάλληλη ανίχνευση θα βρει εκείνους που αγαπούν την ομορφιά και είναι πλούσιοι, και αφού τους βρή θα επινοήσει κάποιο τέχνασμα για να τους ρίξει στα δίχτυα σου». «Και ποια δίχτυα έχω εγώ;» είπε εκείνη. «Ένα οπωσδήποτε, και μάλιστα πολύ καλά περιπλεγμένο, δηλαδή το σώμα σου. Και μέσα σ’ αυτό την ψυχή, με την οποία καταλαβαίνεις με ποιες ματιές θα δίνεις υποσχέσεις και με ποια λόγια θα προκαλείς ευχαρίστηση. Καταλαβαίνεις ακόμη πως αυτόν που νοιάζεται για σένα θα πρέπει να τον δέχεσαι ευχαρίστως, αυτόν όμως που ενδιαφέρεται μόνο για την ευχαρίστησή του να τον διώχνεις. Και πως αν κάποιος φίλος αρρωστήσει πρέπει να τον επισκέπτεσαι δείχνοντας τη φροντίδα σου.
Και πως αν κάτι σπουδαίο να χαίρεσαι μαζί του. Και πως σ’ αυτόν που φροντίζει πολύ για σένα να δείχνεις την ευγνωμοσύνη σου με όλη σου την ψυχή. Γνωρίζω πολύ καλά ότι και εσύ ξέρεις να αγαπάς όχι μόνο παθητικά, αλλά και από καλή διάθεση. και ότι οι φίλοι σου σε συμπαθούν, επειδή φροντίζεις να δείχνεις τη συμπάθειά σου όχι με λόγο, αλλά με πράξη».
«Μα το Δία», είπε η Θεοδότη, «εγώ δεν έχω σκεφθεί τίποτε από όλα αυτά». «Και όμως», είπε ο Σωκράτης, «είναι πολύ σημαντικό να συμπεριφέρεται κανείς προς τους ανθρώπους με φυσικό και σωστό τρόπο. Με τη βία βέβαια δε θα μπορούσες να κατακτήσεις ούτε να κρατήσεις κάποιον φίλο. Με την καλή έμπρακτη συμπεριφορά όμως και την ευχαρίστηση που προσφέρεις, το θηρίο αυτό και να κατακτηθεί μπορεί και κοντά σου πολύ χρόνο μένει». «Αλήθεια λες», είπε. «Πρέπει λοιπόν», είπε ο Σωκράτης, «πρώτα-πρώτα να ζητάς από εκείνον οι οποίοι ενδιαφέρονται για σένα τέτοιες χάρες που έχουν το μικρότερο κόστος, έπειτα δε να τις ανταποδίδεις με την ίδια διάθεση. Έτσι θα μείνουν και καλοί φίλοι και θα σε αγαπούν για μεγάλο διάστημα και θα σου προσφέρουν τη μέγιστη βοήθεια.
Ο καλύτερος τρόπος να δείχνεις τη συμπάθειά σου είναι να προσφέρεις ό,τι έχεις τη στιγμή που το χρειάζονται. Διότι βλέπεις ότι και τα καλύτερα φαγητά, όταν προσφέρονται πριν να έλθη η όρεξη, φαίνονται αποκρουστικά, όταν δε προσφέρονται σε χορτάτους προκαλούν ακόμη και βδελυγμία. Αν όμως τα προσφέρει κάποιος, έχοντας αφήσει τους προσκεκλημένους να πεινάσουν, και αν ακόμη είναι ευτελή, φαίνονται πολύ ευχάριστα». «Πώς όμως θα μπορούσα εγώ να προσκαλέσω πείνα στους πλησίον μου;» ρώτησε η Θεοδότη. «Αν, μα το Δία», είπε ο Σωκράτης «πρώτα σε όσους έχουν κορεσθεί ούτε ‘προσφέρεις’ ούτε κάνεις κάποιο σχετικό υπαινιγμό, έως ότου μόλις τους περάσει ο κορεσμός έχουν πάλι την επιθυμία (για συνεύρεση), έπειτα σε όσους σε θέλουν δίνεις να καταλάβουν ότι πρέπει να σου φέρονται με πολλή ευπρέπεια.
Και να μη φαίνεσαι ότι θέλεις να τους ευχαριστείς. Και να απομακρύνεσαι, μέχρις ότου πάλι σε επιθυμήσουν: διότι τα ίδια δώρα διαφέρουν πολύ όταν προσφέρονται πριν ή μετά την επιθυμία γι’ αυτά». Και η Θεοδότη είπε: «Γιατί λοιπόν εσύ Σωκράτη δε μου έγινες συνεργός στην εξεύρεση των φίλων;» «Θα το κάνω» είπε «μα το Δία, εάν εσύ με πείθεις γι’ αυτό». «Και πώς θα μπορούσα να σε πείσω;» είπε εκείνη. «Θα το σκεφθείς» είπε εκείνος «και κάτι θα βρεις, αν κάπου με χρειάζεσαι». «Να έρχεσαι λοιπόν εδώ συχνά». Ειρωνευόμενος την απραγμοσύνη του ο Σωκράτης είπε: «Όμως Θεοδότη, δε μου είναι εύκολο να βρω ελεύθερο χρόνο. Διότι με απασχολούν πολλές υποθέσεις, προσωπικές και δημόσιες. Και έχω και μερικές φίλες που δε θα με αφήσουν ούτε μέρα ούτε νύχτα να φύγω, διότι μαθαίνουν από μένα τρόπους για να τις αγαπούν και λόγια σαγηνευτικά». «Και αυτά λοιπόν τα ξέρεις, Σωκράτη;» είπε η Θεοδότη. «Και βέβαια» είπε εκείνος: «για ποιον λόγο νομίζεις δε φεύγουν από κοντά μου ούτε αυτός εδώ ο Απολλόδωρος και ο Αντισθένης;
Γιατί έρχονται σε μένα ο Κέβης και ο Σιμμίας από τη Θήβα; Πρέπει να ξέρεις ότι αυτά δε γίνονται χωρίς πολλούς τρόπους που κάνουν τους ανθρώπους να αγαπούν, χωρίς μαγικά λόγια και χωρίς μαγικούς τροχούς» (1). «Γύρισε λοιπόν για μένα», είπε η Θεοδότη «τον τροχό για να έχω πρώτα εσένα κοντά μου». «Όμως εγώ», είπε ο Σωκράτης, δεν θέλω να έλκομαι εγώ από σένα, αλλά εσύ να έρχεσαι σε μένα». «Θα έλθω», είπε, «αρκεί μόνο να με δέχεσαι εσύ». «Θα σε δέχομαι» είπε ο Σωκράτης, «εκτός εάν βρίσκεται μέσα κάποια που αγαπώ περισσότερο».
(1) «Ουκ άνευ πολλών φίλτρων τε και επωδών και ιύγγων». «Ίυγξ» είναι ο γνωστό πουλί σουσουράδα. Δενόταν σ’ ένα τροχό, η περιστροφή του οποίου (με το πουλί) είχε μαγική σημασία για την προσέλκυση προσώπων. Ιδιαίτερα στην αναφορά αυτών των μαγικών τρόπων, με τους οποίους (δήθεν) ο Σωκράτης προσείλκυε τους φίλους του, φαίνεται η χιουμοριστική διάθεση με την οποία έχει επινοηθεί και περιγράφεται η συνάντηση του Σωκράτη με την εταίρα. Εξ ίσου ενδεικτική είναι οπωσδήποτε και η εικόνα του ερωτύλου Σωκράτη στο τέλος της περιγραφής.
Πηγές
http://www.nextdeal.gr/
15 Ιουνίου 2012
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ !
Η Αλεπού και το Λιοντάρι... αντάμωσαν στην Βαβυλώνα!
Ένα ιστορικό αίνιγμα χειρότερο κι απ’ την ίδια την σφήκα της Αιγύπτου, είναι το ποιοί σκότωσαν τον Μέγα Αλέξανδρο. Κάποιοι αβασάνιστα θέλουν να χρεώσουν τον θάνατο τουΑλεξάνδρου στους συντρόφους του. Σ’ εκείνους δηλαδή που με την παραμικρή παράλειψη καθήκοντος την ώρα της μάχης, στις οποίες σημειωτέον ο Αλέξανδρος διεκδικούσε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο, θα μπορούσαν αναρίθμητες φορές να επιφέρουν τον θάνατο του ακατάβλητου στρατηλάτη απ’ την Μακεδονία.
Οι άνθρωποι που ακολουθούσαν τον Αλέξανδρο, είχαν απόλυτη συναίσθηση, της ανεπανάληπτης ιστορικής εποποιίας που ζούσαν κοντά του, και γνώριζαν ότι τα ονόματά τους θα γραφούν για πάντα στο φωτεινότερο στερέωμα της ιστορίας!
Στο θέατρο της ιστορίας, οι ιερείς της Βαβυλώνας μασκαρεμένοι σε αυτόκλητους σωτήρες, έφερναν στον Αλέξανδρο δώρο μια ευκαιρία διαφυγής, από αφανισμό που...οι ίδιοι είχαν επινοήσει! Σωτηρία υπήρχε... αλλά μόνο εάν και εφόσον ο μεγαλειώδης Έλληνας, δεχόταν να παραιτηθεί απ’ την πορεία του!
Ο Αλέξανδρος χωρίς να το γνωρίζει βάδιζε πάνω σε ιστορικό ναρκοπέδιο! Χωρίς να το γνωρίζει, με την ανάσταση της Βαβυλώνας, πυροδοτούσε τον θάνατό του! Είναι λοιπόν εξαιρετικά πιθανό, το λιοντάρι των Μακεδόνων, να πάτησε δηλητηριασμένο αγκάθι, σε ενέδρα που του έστησε η πιο πανούργα "αλεπού" της ιστορίας!
Έφυγε καρφωμένος απ’ την θανατηφόρα σφήνα του δόλου, σαν άλλος Προμηθέας, αφήνοντας πίσω του τεράστιες πολιτισμικές επιρροές σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο!Κανείς δεν έκανε σκοπό της ζωής του την ανακάλυψη των ενόχων! Κανείς δεν ορκίσθηκε να εκδικηθεί τον θάνατό του! Γατί; Διότι μάλλον αυτή είναι η μοίρα των μεγάλων της ιστορίας, να συνοδεύονται και να τιμώνται από ανάξιους!
Στην Βαβυλώνα λοιπόν, στο πραγματικό θέατρο της ιστορίας, δεν αντάμωσαν δύο ισάξιοι αντίπαλοι, αλλά η πανούργα αλεπού και το ξεχασμένο στις δόξες και την δύναμή του απροστάτευτο λιοντάρι!
Ένα ιστορικό αίνιγμα χειρότερο κι απ’ την ίδια την σφήκα της Αιγύπτου, είναι το ποιοί σκότωσαν τον Μέγα Αλέξανδρο. Κάποιοι αβασάνιστα θέλουν να χρεώσουν τον θάνατο τουΑλεξάνδρου στους συντρόφους του. Σ’ εκείνους δηλαδή που με την παραμικρή παράλειψη καθήκοντος την ώρα της μάχης, στις οποίες σημειωτέον ο Αλέξανδρος διεκδικούσε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο, θα μπορούσαν αναρίθμητες φορές να επιφέρουν τον θάνατο του ακατάβλητου στρατηλάτη απ’ την Μακεδονία.
Οι άνθρωποι που ακολουθούσαν τον Αλέξανδρο, είχαν απόλυτη συναίσθηση, της ανεπανάληπτης ιστορικής εποποιίας που ζούσαν κοντά του, και γνώριζαν ότι τα ονόματά τους θα γραφούν για πάντα στο φωτεινότερο στερέωμα της ιστορίας!
Στο θέατρο της ιστορίας, οι ιερείς της Βαβυλώνας μασκαρεμένοι σε αυτόκλητους σωτήρες, έφερναν στον Αλέξανδρο δώρο μια ευκαιρία διαφυγής, από αφανισμό που...οι ίδιοι είχαν επινοήσει! Σωτηρία υπήρχε... αλλά μόνο εάν και εφόσον ο μεγαλειώδης Έλληνας, δεχόταν να παραιτηθεί απ’ την πορεία του!
Ο Αλέξανδρος χωρίς να το γνωρίζει βάδιζε πάνω σε ιστορικό ναρκοπέδιο! Χωρίς να το γνωρίζει, με την ανάσταση της Βαβυλώνας, πυροδοτούσε τον θάνατό του! Είναι λοιπόν εξαιρετικά πιθανό, το λιοντάρι των Μακεδόνων, να πάτησε δηλητηριασμένο αγκάθι, σε ενέδρα που του έστησε η πιο πανούργα "αλεπού" της ιστορίας!
Έφυγε καρφωμένος απ’ την θανατηφόρα σφήνα του δόλου, σαν άλλος Προμηθέας, αφήνοντας πίσω του τεράστιες πολιτισμικές επιρροές σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο!Κανείς δεν έκανε σκοπό της ζωής του την ανακάλυψη των ενόχων! Κανείς δεν ορκίσθηκε να εκδικηθεί τον θάνατό του! Γατί; Διότι μάλλον αυτή είναι η μοίρα των μεγάλων της ιστορίας, να συνοδεύονται και να τιμώνται από ανάξιους!
Στην Βαβυλώνα λοιπόν, στο πραγματικό θέατρο της ιστορίας, δεν αντάμωσαν δύο ισάξιοι αντίπαλοι, αλλά η πανούργα αλεπού και το ξεχασμένο στις δόξες και την δύναμή του απροστάτευτο λιοντάρι!
Πηγή. Εννέα έτη φωτός http://enneaetifotos.blogspot.gr/2012/06/blog-post_14.html
Του Μ.Καλόπουλου από το βιβλίο του "ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ".
Διαβάστε ολόκληρο το εξαιρετικό κείμενο εδώ: http://greatlie.com
Του Μ.Καλόπουλου από το βιβλίο του "ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ".
Διαβάστε ολόκληρο το εξαιρετικό κείμενο εδώ: http://greatlie.com
12 Μαΐου 2012
Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΩΣ ΑΕΝΑΟ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
ΤΟ ΠΡΟΩΘΩ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΝΟΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ !!!
ΑΡΑΓΕ ΜΑΣ ΤΑ ΔΙΔΑΞΑΝ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;;; MAΛΛΟΝ ΟΧΙ ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΧΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ…
Είναι πολύ σημαντικό, αυτές τις κρίσιμες ώρες, να ρίξουμε μια ματιά στην βίβλο των Ελλήνων, δηλαδή στα ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ και να διδαχτούμε, έστω και την τελευταία στιγμή, από το πνεύμα του Οδυσσέα.
ΔΗΛΑΔΗ: Να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, να ελέγξουμε την παρόρμηση να έχουμε τις αισθήσεις μας και τις αντένες μας ΑΝΟΙΧΤΕΣ και να μην παρασυρθούμε από την οργή και το μένος που μας διακατέχει, ώστε να γίνουμε βορρά, στους σύγχρονους “μνηστήρες”.
Όταν ο Οδυσσέας φτάνει στην Ιθάκη, η μεγίστη επιθυμία του είναι ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΠΙΣΩ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ, τον κόσμο που του έκλεψαν.
Παρά την μεγάλη του λαχτάρα, διατηρεί την ανωνυμία του και μεταμορφωμένος σε ζητιάνο από την ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ, πηγαίνει στο παλάτι ώστε να ελέγξει την κατάσταση και να πάρει τις πληροφορίες που θέλει, υπομένοντας καρτερικά τις προσβολές και την χλεύη των μνηστήρων.
ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ, ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΟΧΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΣΤΕΙΡΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ.
Γι αυτό τον λόγο και είναι ο αγαπημένος της Θεάς ΑΘΗΝΑΣ, της Θεάς που αντιπροσωπεύει την ΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΣ, την ΣΟΦΙΑ, την ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.
Της Θεάς που μελετά τον εχθρό και τον πολεμά με τα ίδια του τα όπλα.
Όταν όμως έρχεται η ώρα, όταν τους έχει στριμώξει όλους άοπλους σε ένα δωμάτιο, όταν φανερώνεται πάνοπλος, ΤΟΤΕ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΟΥ.
ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΕΙΧΝΕΙ ΟΙΚΤΟ, ΓΙΑΤΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΙΟΣ ΤΟΥ, που δημιούργησε με τον δικό του ιδρώτα, ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ που οι μνηστήρες καταχράστηκαν και καπηλεύτηκαν μαζί με την φιλοξενία του οίκου του που τιμησε τον ΞΕΝΙΟ ΔΙΑ.
Ο ισχυρότερος αντίπαλός του είναι ο ΑΝΤΙΝΟΟΣ.
Η λέξη μιλά απο μόνη της.
Είναι η ΑΝΤΙ-ΝΟΗΣΗ, είναι αυτό που μας κάνουν ΤΩΡΑ, είναι ο τρόπος με τον οποίο θολώνουν τις καταστάσεις και την πραγματικότητα ώστε ΝΑ ΜΗΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ ΚΑΘΑΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥΝ.
Είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την καθυπόταξη και δουλεία του ανθρώπου.
Ο επόμενος είναι ο ΕΥΡΥ-ΜΑΧΟΣ.
Αυτός που μάχεται με κάθε τρόπο, με εύρος, ΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΣΟΝ, ο δεινός και αδίστακτος μαχητής.
Ο ΑΜΦΙ-ΝΟΜΟΣ! Αυτός που διαστρεβλώνει τον ΝΟΜΟ και την τάξη των πραγμάτων, ο επικίνδυνος γιατί είναι ΕΤΣΙ και ΑΛΛΙΩΣ!
Ο ΑΓΕ-ΛΑΟΣ! Αυτός που άγει τον λαό, που τον παρασύρει με την βοήθεια του ΑΝΤΙ-ΝΟΟΥ.
Που τον μετατρέπει σε ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΑΓΕΛΗ!
Κανένα όνομα στα Ομηρικά έπη δεν είναι δοσμένο στην τύχη!
Κρύβουν βαθύτατα νοήματα και στο χέρι μας είναι να τα αποκρυπτογραφήσουμε και να διδαχτούμε, ή καλύτερα να συνετιστούμε.
Οι πρόγονοί μας μιλούν, ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ, μας λένε ΠΩΣ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ, μας λένε πως να τινάξουμε τον ζυγό.
ΑΡΚΕΙ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ!
Και ο Αντίνοος, ο στόχος της πρώτης φονικής βολής του Οδυσσέα. Είναι αυτός ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνει πρώτος.
Γι’ αυτό, μακριά από την προπαγάνδα των ΜΜΕ.
Αν υπήρχαν αυτά το 1821,είναι αμφίβολο αν θα γίνονταν η επανάσταση των Ελλήνων, θα κινδύνευαν να μείνουν καθ’ υποταγμένοι στην πλάνη και την θολούρα της καθαρής κρίσης, εξ αιτίας της προπαγάνδας.
Και τον σκοτώνει ρίχνοντας του το βέλος στον ΛΑΙΜΟ, το ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ δηλαδή της επικοινωνίας που την χρησιμοποιεί ενάντια στην νόηση των ανθρώπων!
Μιλτιάδης
Πηγή Αγαπημένο: Olympia.gr http://www.olympia.gr/
ΑΡΑΓΕ ΜΑΣ ΤΑ ΔΙΔΑΞΑΝ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;;; MAΛΛΟΝ ΟΧΙ ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΧΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ…
Είναι πολύ σημαντικό, αυτές τις κρίσιμες ώρες, να ρίξουμε μια ματιά στην βίβλο των Ελλήνων, δηλαδή στα ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ και να διδαχτούμε, έστω και την τελευταία στιγμή, από το πνεύμα του Οδυσσέα.
ΔΗΛΑΔΗ: Να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, να ελέγξουμε την παρόρμηση να έχουμε τις αισθήσεις μας και τις αντένες μας ΑΝΟΙΧΤΕΣ και να μην παρασυρθούμε από την οργή και το μένος που μας διακατέχει, ώστε να γίνουμε βορρά, στους σύγχρονους “μνηστήρες”.
Όταν ο Οδυσσέας φτάνει στην Ιθάκη, η μεγίστη επιθυμία του είναι ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΠΙΣΩ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ, τον κόσμο που του έκλεψαν.
Παρά την μεγάλη του λαχτάρα, διατηρεί την ανωνυμία του και μεταμορφωμένος σε ζητιάνο από την ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ, πηγαίνει στο παλάτι ώστε να ελέγξει την κατάσταση και να πάρει τις πληροφορίες που θέλει, υπομένοντας καρτερικά τις προσβολές και την χλεύη των μνηστήρων.
ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ, ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΟΧΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΣΤΕΙΡΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ.
Γι αυτό τον λόγο και είναι ο αγαπημένος της Θεάς ΑΘΗΝΑΣ, της Θεάς που αντιπροσωπεύει την ΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΣ, την ΣΟΦΙΑ, την ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.
Της Θεάς που μελετά τον εχθρό και τον πολεμά με τα ίδια του τα όπλα.
Όταν όμως έρχεται η ώρα, όταν τους έχει στριμώξει όλους άοπλους σε ένα δωμάτιο, όταν φανερώνεται πάνοπλος, ΤΟΤΕ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΟΥ.
ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΕΙΧΝΕΙ ΟΙΚΤΟ, ΓΙΑΤΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΙΟΣ ΤΟΥ, που δημιούργησε με τον δικό του ιδρώτα, ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ που οι μνηστήρες καταχράστηκαν και καπηλεύτηκαν μαζί με την φιλοξενία του οίκου του που τιμησε τον ΞΕΝΙΟ ΔΙΑ.
Ο ισχυρότερος αντίπαλός του είναι ο ΑΝΤΙΝΟΟΣ.
Η λέξη μιλά απο μόνη της.
Είναι η ΑΝΤΙ-ΝΟΗΣΗ, είναι αυτό που μας κάνουν ΤΩΡΑ, είναι ο τρόπος με τον οποίο θολώνουν τις καταστάσεις και την πραγματικότητα ώστε ΝΑ ΜΗΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ ΚΑΘΑΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥΝ.
Είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την καθυπόταξη και δουλεία του ανθρώπου.
Ο επόμενος είναι ο ΕΥΡΥ-ΜΑΧΟΣ.
Αυτός που μάχεται με κάθε τρόπο, με εύρος, ΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΣΟΝ, ο δεινός και αδίστακτος μαχητής.
Ο ΑΜΦΙ-ΝΟΜΟΣ! Αυτός που διαστρεβλώνει τον ΝΟΜΟ και την τάξη των πραγμάτων, ο επικίνδυνος γιατί είναι ΕΤΣΙ και ΑΛΛΙΩΣ!
Ο ΑΓΕ-ΛΑΟΣ! Αυτός που άγει τον λαό, που τον παρασύρει με την βοήθεια του ΑΝΤΙ-ΝΟΟΥ.
Που τον μετατρέπει σε ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΑΓΕΛΗ!
Κανένα όνομα στα Ομηρικά έπη δεν είναι δοσμένο στην τύχη!
Κρύβουν βαθύτατα νοήματα και στο χέρι μας είναι να τα αποκρυπτογραφήσουμε και να διδαχτούμε, ή καλύτερα να συνετιστούμε.
Οι πρόγονοί μας μιλούν, ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ, μας λένε ΠΩΣ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ, μας λένε πως να τινάξουμε τον ζυγό.
ΑΡΚΕΙ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ!
Και ο Αντίνοος, ο στόχος της πρώτης φονικής βολής του Οδυσσέα. Είναι αυτός ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνει πρώτος.
Γι’ αυτό, μακριά από την προπαγάνδα των ΜΜΕ.
Αν υπήρχαν αυτά το 1821,είναι αμφίβολο αν θα γίνονταν η επανάσταση των Ελλήνων, θα κινδύνευαν να μείνουν καθ’ υποταγμένοι στην πλάνη και την θολούρα της καθαρής κρίσης, εξ αιτίας της προπαγάνδας.
Και τον σκοτώνει ρίχνοντας του το βέλος στον ΛΑΙΜΟ, το ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ δηλαδή της επικοινωνίας που την χρησιμοποιεί ενάντια στην νόηση των ανθρώπων!
Μιλτιάδης
Πηγή Αγαπημένο: Olympia.gr http://www.olympia.gr/
25 Απριλίου 2012
31 Μαρτίου 2012
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ - Ο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ
ΟΡΦΕΑΣ
Είπα, κανείς μη, μ’ ακλουθήσει, μόνος
Θα πάω, κι αν θα γυρίσω, πάλι μόνος.
Μ’ αν δεν ξανάρθω πίσω, τ’ όνομά μου
Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω, για ναστε
Στη μοναξιά, που θάρτει, ανταμωμένοι,
Σαν τα παιδιά που εχάσανε πατέρα
Φτωχό, κι ωσά βραδιάσει, σμίγουν όλα
Τριγύρα απ’ τη φωτιά βουβά, κι ο νους τους,
Καρφωμένος ακόμα στην αχνάδα
Του νεκρού τους, κοιτάει και μεγαλώνει
Βαθιά του ό,τι τους άφηκε: εν’ αλέτρι,
Λίγες φούχτες σταριού, δυο ξύλα ακόμα
Για τη γωνιά. Κι ο πόνος, αγάλι-
Αγάλι. Ξάφνου υψώνεται μπροστά τους,
Πιάνει τ’ αλέτρι σα ζευγάς, το στάρι
Σάμπως σποριάς το συντηρνάει, και λέει:
Όλη τη γη μ’ αυτά να οργώσω θέλω
Να σπείρω όλο τον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη,
Να φάει με μας φτωχολογιά, ποτέ της
Που δε γνώρισε μάνα ουδέ πατέρα,
Φτάνει η φωτιά να κάψει λίγο ακόμα
Στο σπίτι, κι ο νεκρός μας να μη λήψει
Ποτέ απ’ ανάμεσό μας.
Και τα πλούτη
Του κόσμου, τα όπλα, οι δόξες, τα χρυσά του
Παλάτια, όλα τους φαίνονται παιχνίδι
Μπρος στ’ άλετρι, το στάρι και τη φλόγα,
Του άγιου νεκρού κληρονομιά, που να ίσως
Ψωμί δε φτάνουν σήμερα να δώσουν
Στα ορφανά του, στου πόνου τους τα μάτια
Γιγαντώνονται, κι αύριο, λες, θα θρέψουν
Την πείνα ενός λαού.
Όμοια θα νάναι
Λίγον καιρό κι η ορφάνια Σας, αν φύγω.
Μα η μυστική κληρονομιά, που αφήνω
Σε σας, είν’ άλλη, κι άλλη στράτα ο νους Σας
Θα πάρει σύντομα απ’ αυτή μ’ ακούτε;
Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, Σ’ ακούμε. Εσύ μας τώπες πάντα:
Το μάτι μεγαλώνει στο σκοτάδι,
Κι η ακοή στη σιωπή. Και Συ το ξαίρεις,
Πως άρχισε στα φρένα μας να φέγγει
Ο πατρικός βυθός και πως στ’ αυτί μας
Επρωτομπήκε ο λόγος Σου. Το ξαίρεις,
Κύριε, Σ’ ακούμε κι η τραχειά ψυχή μας,
Που τη φροντίζεις χρόνια, ως ο τοξότης
Του τόξου τη νευρή, σαν τη αλείβει
Βράδι και αυγή με λάδι, για να ρίχνει
Μακρά το βέλος κι ως το χελιδόνι
Ν’ αντιλαλεί από τ’ άγγιγμα, δονείται
Συθέμελα, τα χείλη Σου ως ανοίξεις.
Μα τι είναι τούτο, που μας λες, πως μόνος
Θα πας, κι αν θα γυρίσεις πάλι μόνος,
Και πως μπορεί να μην ξανάρθεις τι είναι;
Ποιός ειν’ εδώ από μας, που τη ζωή του
Χωρίς Εσέ τη θέλει; Δε θαρθούμε
Μαζί Σου, Κύριε, πάλι, ανηφορώντας
Τ’ άγιου βουνού τα πλάγια όλη τη νύχτα,
Καθώς τότε, που Εσύ μας πρωτοπήρες
Κι αλαφρός ανηφόριζες προς τα ύψη,
Ενώ εμείς την καρδιά μας μεσ’ στα στήθη
Σα βακχεμένο τύμπανο να δένει
Τη νιώθαμε κρυφά τη γη με τάστρα;
Γύρα Σου πια δε θάμαστε ολοένα,
Καθώς στις μύριες μάχες, που η πνοή Σου,
Σηκώνοντας ενάντια στους τυράννους,
Με το ρυθμό τις εξετύλιγε όλες
Σ’ άγιους πυρρίχιους, ενώ Συ μονάχος,
Δίχως άρματα, μόνο με το βλέμμα
Ή με το χέρι έδειχνες που είν’ το δίκιο
Και που είν’ η νίκη, Κύριε; Και πως έτσι
Να μας αφήσεις συλλογιέσαι τώρα;
ΟΡΦΕΑΣ
Ποιός μίλησ’ έτσι; Κι είναι δικά σου
Τα λόγια, απ’ την καρδιά, που σώχω πλάσει;
Έλα, Σιωπή, που φανερώνεις όλη
Τη δύναμη του νου και ξεσκεπάζεις
Τα πιο κρυφά μυστήρια στην καρδιά μας!
Δώρο του Ελέους, που βρίσκεται σε κάθε
Τραχιό και πλέριο αγώνα, που μαρτύρους
Δε λαχταρεί, κατέβα και σε τούτον!
Και Συ, αγριοπερίστερο του θάρρους
Του μυστικού, φανερωμένο μόνο
Στην τέλεια πράξη, χτύπα το φτερό Σου
Στο μέτωπο του μια στιγμή, όπως τόσες
Φορές του τώχεις άξαφνα δροσίσει!
Έτσι λοιπόν, γιατί Σας είπα μόνο,
Πως ορφανοί θα μείνετε, η καρδιά Σας
Ταράχτηκε και ξέχασε ό,τι χρόνια
Τη νουθετώ; «Του χωρισμού όποιος σκίσει
Τα σκοτεινά πελάγη, έχοντας πάντα
Στο νου, αβασίλευτο άστρο, την Αγάπη,
Δε θα να σμίξει μόνο αυτός μ’ εκείνους
Οπώχει χάσει, μα, ιερό γιοφύρι,
Κι άλλους θα σμίξει ανάμεσό τους, τόπους
Με τόπους, λαούς με λαούς, οχτρούς με φίλους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες». Και συ, μόλις που είπες,
Πως μεσ’ στα φρένα σου φώτα ολοένα
Ο πατρικός βυθός, δειλιάζεις τώρα
Στο χωρισμό;
Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, το ξαίρω, σφάλλω.
Τι το πιστό σκυλί καλά γνωρίζει
Ν’ αγρυπνήσει του κυρίου του τον τάφο.
Κι όλα αν τα χάσω, ετούτο δεν το χάνω.
Μα πως να χάσω, Κύριε, τη φωνή Σου,
Που, ως την ακούω, λέω, πως τότε μόνο
Το παραπέτασμα του ναού τραβιέται,
Στ’ άδυτα νάμπω των αδύτων; Πες μου,
Όλα αν τα χάσω, αυτό πως να το χάσω;
ΟΡΦΕΑΣ
Αληθινά συρμένη είναι μπροστά σου
Βαρειά κατάχνια, μήτε που η φωνή μου
Μπορεί με μιας να τη διαλύσει. Ελάτε
Σιμότερα, όχι τη φωνή μου μόνο
Ν’ ακούστε, μα το χτύπο της καρδιάς μου!
Ελάτε ακόμα πιο σιμά.
Κοιτάχτε
Στα βάθη Σας και πέστε μου: Θυμάστε,
Πως Σας εδιάλεξα μαζί, κι ένα-ένα;
Μύριοι μ’ ακλούθααν το γιατί, δεν ξαίραν
Κι οι ίδιοι, ουδέ το ξαίρουν. Αλλ’ ως, όταν
Αρχίσει ξάφνου ο ήλιος ν’ αναλιώνει
Τα χιόνια στα βουνά και στα ποτάμια
Τους πάγους, τα νερά λευτερωμένα
Κατρακυλάνε καταρράχτες, όμοια,
Μόλις ακούστη η λύρα κι η φωνή μου
Μεσ’ στους λαούς, ωρμήσαν πίσωθέ μου
Πλήθη πολλα ως ποτάμια κι ως ετούτα,
Στη θάλασσα αν ορμήσουν, δε μπορούνε
Να ξαναστρέψουν πίσω ή να σταθούνε,
Όμοια κι αυτά ακλουθούσαν.
Μα ήταν κάποιοι
Στα πλήθη μέσα, που κανείς δε μπόρει
Γιατί ερχόνταν να πει. Τι μεσ’ στο ρέμα
Των άλλων εφαντάζαν, σαν οι βράχοι,
Που τ’ αντισκόβουν κι ήταν μόνοι απ’ όλους,
Σιωπηλοί, σκοτεινοί, συλλογισμένοι,
Σα να ρωτιώνταν: Τι γυρεύει ετούτος
Να κάμει; Είν’ άνθρωπος ή θεός; Δαίμονας είναι;
Κι απ’ όλους εφαινόντανε σα νάταν
Στη συμπονιά πρωτόμαθοι, στη γνώμη
Την καλή σαν κρυφά ν’ αντιστεκόνταν
Με τράχηλα σταλόν, ενώ στο Νόμο,
Που προβοδούσε η Λύρα κι ο Χορός μου,
Μύριες θερίζονταν ζωές. Και τούτοι,
Σα να μεθούσαν από το αίμα μόνο,
Που πλημμύραε παντού, πως πλημμυρίζει
Την άνοιξη τη γην η παπαρούνα,
Στη μάχη πρώτοι εχύνονταν, να νοιώσουν
Τη μυρουδιά του, πλούσια που σκορπιώταν
Τριγύρα τους, κι αλόγιαστα να πάρουν
Απ’ τον αγώνα μια πληγή σα δώρο,
Να ξαλαφρώνει το δικό τους.
Τάχα
Για ποιούς μιλώ;
Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, για μας. Κι αν είναι
Η θελησή Σου, άφησ’ εμένα τώρα
Να ξακολουθήσω.
ΟΡΦΕΑΣ
Λέγε, είν’ η ψυχή σου
Ψυχή μου.
Rose:
Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Και μια μέρα, που ο αγώνας
Ο αιματερός σα να ξεχάστη, κι όλα,
Γη κι ουρανός και πέλαγα και γύρω
Τα βουνά σαν τ’ αγριόκρινα γαλάζια,
Ανασαίναν στον όρθρο αναπαμένα-
Και Συ είχες τραβηχτεί στη μυστική Σου
Σπηλιά, τους καθαρμούς για να οργιάσεις
Των θεών και της ψυχής Σου-ανταμωμένοι
Κρυφά, βαδίσαμε μαζί, ως βαδίζουν
Στα νύχια αλαφροκυνηγοί στο δάσο
Το σύθαμπο, μονάχο να Σε βρούμε
Και δολερά, με μιας, σαν οι Τιτάνες,
Που, με πηλό τα πρόσωπα αλειμμένοι,
Να σπαράξουνε ωρμήσαν το Ζαγρέα,
Για να λυθούν τα μάγια του, που δέναν
Και τα θεριά στο θώρι του, παρόμοια
Να Σε σπαράξουμε και μεις, να πέσουν
Τα δεσμά της γητειάς Σου και να μείνει
Στα χέρια μας η δύναμη, που ακέρια
Με το Χορό, τη Λύρα και το Λόγο
Απ’ τους λαούς μας έκλεβες.
Και ξάφνου,
Εκεί που ψάχναμε μ’ αυτί ασκημένο,
Αφουκραστήκαμε αναπνιάν ανθρώπου,
Που του ανεβοκατέβαζε τα στέρνα
Ύπνος πρωινός. Κι αργά σιμώσαμε όλοι.
Και να, εκοιμώσουν ήσυχα, ως κοιμάται
Μπρος στη σπηλιά του ένα ξανθό λιοντάρι.
Κι ίδια ως αυτό ξαρμάτωτος κοιτόσουν
Με μοναχά τη χαίτη Σου, και μόνο
Τον πλούτο του άγιου ανασασμού. Και μήτε
Δόρυ στο πλάι Σου μηδ’ η Λύρα μόνο,
Στο χέρι Σου είδαμε κατάπληχτοι όλοι,
Πιθωμένο στο στήθος Σου, να σφίγγεις
Ένα εκατόφυλλο μεγάλο ρόδο,
Που, ως ανάπνεες, ανάπνεε, λες, μαζί Σου.
Κύριε, λιγάκι να σταθώ. Τι κοίτα,
Το ήπιο δάκρυ ανάβρυσε στα μάτια
Των αδερφών μου η μνήμη τους ζεστάθη
Και του πρώτου τα χείλη σιγοτρέμουν
Να πάρουνε το λόγο απ’ τα δικά μου.
Σωστό είναι, Κύριε, να μιλήσει πάλι.
ΟΡΦΕΑΣ
Μια είν’ η ψυχή και μια η καρδιά, ας μιλήσει.
Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, είν’ αλήθεια, πως μου τρέμει τώρα
Το χείλη κι η καρδιά μου μέσα τρέμει
Γιατί, το ξαίρεις κι όμως θα μιλήσω
Έτσι λοιπόν, σκυμμένοι βλέπαμε όλοι
Τον ύπνο Σου, κι αυτό το μέγα Ρόδο,
Όπου ανεβοκατέβαινε στην πνοή Σου
Και κάποιος από μας, χωρίς καθόλου
Να φυλαχτεί μήπως ξυπνήσεις, είπε:
«Ανάξιο γι’ άντρες είναι να ριχτούμε
Σ’ ένα παιδί ως ετούτο, μεσ’ στον ύπνο
Ας πιάσουμε καλύτερα τ’ αλάφι
Ζωντανό». Και γυρνώντας προς εμένα,
«Κέντα τον», μούπε, «λίγο με το δόρυ
Για να ξυπνήσει, γιατί αλήθεια μοιάζει
Ο ύπνος του αδέρφι νάναι του θανάτου
Κέντα τον λίγο». Κι έτσι, όπως επήρα
Τυφλά τη διαταγή, μεσ’ στο πλευρό Σου
Το δόρυ μου έσπρωξα αλαφρά, κι αμέσως
Λίγο πορφύρισε ο χιτώνας. Τότε
Τα μάτια ανύποπτα άνοιξες μεγάλα,
Κι μ’ αλαφρό αναστέναγμα σηκώθης
Στην κοίτη καθιστός, κι όπως μας είδες
«Τι», είπες, «είναι παιδιά; Πόσο κοιμώμουν
Βαθιά μεσ’ του Διονύσου την αγκάλη!
Και τι ήταν ξάφνου ετούτος στο πλευρό μου
Ο γλυκός πόνος, που με πήγε ακόμα
Σιμότερα, θαρρώ, προς την ψυχή μου,
Για να ξυπνήσω βλέποντάς τη; Τι είναι;»
Έτσ’ είπες κι ως κατάλαβες το γαίμα,
Που λιγοστόν εγλίστραε στο πλευρό Σου,
«Παιδιά, γιατί», μας ρώτησες, «ετούτο»;
Κι όπως κράταες το ρόδο, στο πλευρό Σου
Το πίθωσες σφιχτά και με το νέμα
Τριγύρα Σου μας κάλεσες «ελάτε»,
Σα νάλεες, «μη δειλιάζετε, καθήστε».
Κι εμείς στο νέμα αυτό καθήσαμε όλοι
Τριγύρα Σου κι ουδ’ ένας μας το στόμα
Για να μιλήσει εσάλεψε μα πλέρια
Σιγή ακολούθησε πολλιώρα, ωσότου
Απ’ του Παγγαίου την κορυφήν αιφνίδια
Εφάνη ο Ήλιος και, το ματωμένο
Ρόδο ανασκώνοντας μπροστά του, άρχισες έτσι:
«Δικό Σου το αίμα είν’, Ήλιε, και δικό Σου
Είναι το Ρόδο και δικός Σου είμαι όλος
Και δικοί Σου είναι τούτοι, τη ζωή μου
Που αν ήρταν για να πάρουνε, τους σμίγει
Τις καρδιές τους σε μια η ανατολή Σου
Με τη δική μου από την ώρα τούτη.
Ο τέλειος πια χρησμός είναι μπροστά Σου,
Απόλλων!
Των θεών η Μάνα, η Νύχτα
Με το χέρι μου στο στέλνει,
Κορφή του ανασασμού, το τέλειο Ρόδο.
Για να το υψώσω ομπρός στα βλέφαρά Σου,
Αγνάντια απ’ τη χρυσήν ειδή Σου, κάτου
Απ’ τα δροσανοιγμένα Σου ρουθούνια,
Πόσο επόνεσα μ’ όλους μου τους πόνους!
Η λεύκα ή ο κυπάρισσος, κλεισμένα
Σε φαράγγι, ζητώντας να Σε ιδούνε,
Δεν πήγαν σε τόσο ύψος,
Όσο εγώ για τούτο,
Που, ωσά δροσοκομμένος βόστυχός Σου,
Μοιάζει χυμένο στο ίδιο Σου χρυσάφι.
Μόνο, τ’ άγιο Μυστήριο δος μου τώρα
Να φανερώσω και σε τούτους, όπως
Μου το φανέρωσες βαθιά και μένα
Στον ύπνο και στον ξύπνο μου, στη μάχη
Και στην ειρήνη, στη φιλιά ή στην έχτρα,
Στη ζωή και στο θάνατο, αυτό δός μου».
Rose:
Έτσι ύμνησες, και μεις ολόγυρά Σου,
Στα δόρατα ακουμπώντας και στον Ήλιο
Μπροστά σκυμμένοι, ακούαμε, κι η καρδιά μας
Στον ύμνο εχόρευε όλη ακούγοντάς Σε
Και πια δεν εθυμούμαστε το λόγο,
Που για να Σ’ εύρουμε ήρταμε, αλλά, μ’ όλη
Την ακοήν ορθάνοιχτη, η ψυχή μας
Το μυστήριο του Ρόδου καρτερούσε
Να της ξηγήσεις, κι είχαμε έναν κύκλο
Γύρα Σου κάμει ασάλευτο, ως την ώρα,
Που κοιτώντας μας άνοιξες το στόμα.
ΟΡΦΕΑΣ
Και τώρα πάλι εγώ θα να τ’ ανοίξω,
Τι άλλος κανείς, το ξαίρετε, δεν πρέπει
Του Μυστηρίου τα λόγια να τ’ αγγίξει
Στα χείλη του, όσο ζω. Εγώ και πάλι
Στερνή φορά βαθιά Σας θα ξυπνήσω,
Πριν χωριστώ από Σας, την τέλεια Μνήμη.
Ήλιε, από Σένα εγύρεψα βοήθεια –
Έτσι ξανάρχισα -, όμως πίσωθέ Σου,
Κι αν τήνε σκέπει ακέρια για τους άλλους
Το φως Σου, εγώ τη Μάνα Σου τη βλέπω
Να Σ’ αγκαλιάζει Εσέ, την άγια Νύχτα
Και πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει
Το γιο, αν τη μάνα πρώτα δε γνωρίσει;
Τι κι εγώ γιός της είμαι, κι από βρέφος
Ορφανός κι εγώ πιάστηκα στη ρω΄γα
Της συμπονιάς της, κάτου από το μαύρο
Τον πέπλο της που μ’ έκλειε, κι ως κρατούσα
Το άγιο βυζί, σκιρτούσα ως το κατσίκι
Στο θείο σκοτάδι κι εγώ γιός της είμαι.
Ήλιε, από σένα εγύρεψα βοήθεια,
Τι είσαι αδερφός μου κι είμαι εγώ δικός Σου,
Τι πρώτα Συ γεννήθης από μένα,
Μα ανθρωπομίμητοι είναι, όσο και νάναι,
Μεγάλοι οι δρόμοι Σου, τρανέ αδερφέ μου
Μα πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει
Το γιο, αν τη Μάνα πρώτα δε γνωρίσει;
Ω Μάνα Νύχτα, ω μυστική, ω μεγάλη,
Κι αν τώρα είσαι κρυμμένη από τη λάμψη
Του γιούΣου, σα μια χήρα που τη φτάνει
Ν’ ακούει τους άθλους του παιδιού της, κι είναι
Μακρά απ’ αυτό στα πένθη της ντυμένη,
Μα ευφρόσυνο είν’ το πένθος της, γιατί όλη
Κρυφά αγρυπνάει στους άθλους του, ω Μητέρα
Νύχτα, που μέσα κι απ’ το φως Σε βλέπω
Πιο καθαρά, ω θεμέλιο του Προφήτη,
Που δεν ποιμαίνει διόλου με τα μάτια
Τους στοχασμούς του, αλλά με την καρδιά του,
Σάμπως λάγιο σγουρόμαλλο κοπάδι,
Που τις πηγές του βρίσκει στα σκοτάδια
Και πίνει αχόρταγα απ’ το ρέμα, ω Μάνα,
Δος μου και Συ τη δύναμη να μπάσω
Σε τούτων τις ψυχές, που δε Σε ξαίρουν,
Το Μυστήριο του Ρόδου, φέρνοντάς τους
Σκαλί-σκαλί απ΄τη βάση του ως την άγια
Κορφή, που πια και Συ δε φαίνεσαι ίδια,
Σκοτεινή, θλιβερή, μαυροντυμένη,
Παρά χλωμή, βουβή και λευκοφόρα,
Τι απ’ του βυθού του πατρικού τα μαύρα
Κι αξεδιάλυτα πλούτη βλέπεις πάντα
Εκεί πάνω, χορεύοντας αγάλι-
Αγάλι πάνω απ’ της μουγγής αβύσσου
Τα πλάτη, σάμπως γλάρος να προβαίνει
Ο Αρματωμένος Έρωτας, και πάντα
Τον καρτερείς. Και φτάνει του φτερού του
Το διάβα απάνωθέ Σου, για ν’ ανθίσουν
Καινούργιοι κόσμοι μέσα Σου, καινούργια!
Μα εμείς, εδώ ‘μαστε στη γη κι, ω Μάνα,
Πολλά ‘ναι τα σκαλιά ως που ν’ ανεβούμε
Στην άγια κορυφή, που όλα τα σμίγει
Σε μια πνοή. Κι αρχίζει από τον Άδη
Το πρώτο το σκαλί και το πιο πάνω
Η άγια το χτίζει Δήμητρα. Γιατί όπως
Όλοι στον Άδη εμπρός οι άνθρωποι είν’ όμοιοι,
Όμοια είν’ ίδιοι κι αγνάντια από το Στάχι
Το Μυστικό, που η Ελευσίνα υψώνει,
Και σ’ όλους πλάι η Περσεφόνη, το ίδιο
Ξάγρυπνη για όλους, την ψυχή χωρίζει,
Σαν το μωρό απ’ τη μήτρα, απ’ το κορμί τους.
Μα ποιός αυτός, που δίπλα από την Κόρη,
Πριν κι απ’ το θάνατο κι ολοένα απάνω
Κι από το θάνατο, βοηθάει το σώμα
Και την ψυχή βοηθάει, ανταμωμένα,
Μέσα απ’ τον πόνο, πέρα από τον πόνο,
Ν’ ανεβαίνουν χορεύοντας τα πλάγια
Του βουνού, τα πολλά που γίνονται Ένα;
Ποιός απ’ τα βάθη του Άδη με την πνοή του
Χορεύει τις ψυχές, σα μύρια φύλλα
Γύρα από δρυ ξερό, να σαρκωθούνε
Σε νέες γενιές, και ποιός σε τούτες μπάζει
Την άγια ορμή τ’ ανήφορου; Ποιός άλλος,
Πλούτωνα-Διόνυσε, από Σε, απ’ τα βάθη
Τα σκοτεινά της γης σαν ανεβάζεις,
Θεία μαρτυρία της δύναμής Σου, το Άγιο
Το Κλήμα, που, ως βυζαίνει τα σκοτάδια
Της γης και πίνει απ’ τα ουράνια δρόσο,
Συνταιριάζει στις φλέβες του το σκότος
Με το φως σ’ αίμα πύρινο, δοσμένο
Την άγια Μέθη να κερνά απ’ το χέρι
Των θείων Μουσών, που η καθεμιά της στέκει
Κάθε σκαλί, για ν’ ανεβεί μαζί Σου
Στην κορυφή, κι αλλάζει τ’ όνομά της
Καθώς αλλάζει το δικό Σου; Κι έτσι,
Από μέθη σε μέθη, ο λογισμός μας
Κι οι αιστήσεις και το θάρρος μας κι η πνοή μας,
Κι από τον ένα Διόνυσο στον άλλο,
Ξάφνου ανεβαίνουμε, ως που πια δε φτάνει
Τ’ άγιο Κρασί, τι ανοίγεται στο νου μας
Η ανάπνια, που όλα πια τα σμίγει σ’ Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Κι είναι τούτη η ώρα
Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά μας,
Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα
Και λυτρωμός απέραντος, μας μπάζει
Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,
Γιατί είναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση
Της καρδιάς μας για πάντα αναστημένη!
Έτσι είπα και βοηθούσεν ο παλμός μου
Και της ψυχής το σκίρτημα το λόγο.
Rose:
Και Σεις, ως Σας εκοίταξα, είχατε όλοι
Την όψη και τον τρόπο Σας αλλάξει
Καθώς και τώρα. Κι ένας είχε γύρει,
Πως γέρνει ο δισκοβόλοςτο κορμί του
Σα φεύγει ο δίσκος, όλος ν’ ακλουθήσει
Νους και κορμί το νόημα κι άλλος είχε
Στη γη απλωθεί, ως να βύθιζε τα μάτια,
Τις ρίζες νάβρει του Άδη κι είχε ο τρίτος
Στην όψη του μια φλόγα, ως να συγκράτει
Μ’ αγώνα την ορμή, να ξεκινήσει
Προς την κορφή κι ο τέταρτος κρατούσε
Κλειστά τα μάτια, ως νάρχιζε από τώρα
Ν’ ανασαίνει το Ρόδο, κι η ψυχή του
Σιγά-σιγά από μέσα του λυνόταν.
Κι όλων μαζί μια ζέστη Σας περνούσε
Τις φλέβες μυστικιά, που σταματούσε
Την αναπνιά Σας στα ρουθούνια, κάποιοι
Που τ’ άνοιγαν πλατιά κι είχαν κλεισμένα
Τα χείλη τους σφιχτά. Και ξάφνου εκείνος,
Που ως δισκοβόλος έγερνε να πάρει
Το νόημα, το κεφάλι του τανυώντας
Προς τα πίσω, ως να τίναζε ένα βάρος
Τρανό, μου φώναξε έτσι: «Ορφέα, δόσε
Το Ρόδο και σ’ εμάς και δόστο σ’ όλους,
Τι είν’ η ζωή πικρή απ’ την ώρα τούτη
Που ο ανασασμός του εδιάβη από μπροστά μας
Και δεν απλώθη στην γην όλη. Δόστο
Το Ρόδο στους λαούς, Ορφέα. Τι άγιος
Είναι ο αγώνας του Κρασιού, που, ως λιγοστεύουν
Τα θάρρη της ψυχής, τη σπρώχνει πάλι
Στους ζωντανούς ανήφορους. Μα τώρα
Δος τον αγώνα για το Ρόδο, Ορφέα,
Στους λαούς, για να κινήσουνε όλοι αντάμα
Προς την κορφή, που όλα τα σμίγει σ’ Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Μ’ αγάπη, τόπους μ’ άλλους τόπους, τάστρα
Με τάστρα, ζωή με θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Δος στους λαούς το Ρόδο,
Ορφέα!»
Έτσ’ είπε αυτός και μένανε η καρδιά μου
Μώτρεμε πια, και μώτρεμε το χέρι,
Τέτια φωνή ανεπάντεχη ν’ ακούσω
Κι έτσι χλωμός το ματωμένο Ρόδο
Το σήκωσα στο χέρι μου, ρωτώντας:
«Και που, παιδιά, το Ρόδο θέτε πρώτα
Να το φυτέψουμε στη γη, που θέτε;»
Κι άργιε η απόκριση νάρθει μα αιφνίδια
Αυτός πούχε τα βλέφαρα κλεισμένα,
Ανοίγοντας τα, με φωνή που ερχόταν
Απ’ άλλον κόσμο, κι όμως κύλησε όμοια
Με μια βροντή, αποκρίθη: «Στην Ελλάδα!».
Και τα γκρεμά, οι πλαγιές, τα κορφοβούνια,
Σα στήθη που ανασαίνοντας πλαταίνουν,
Θαρρέψαμε, αντηχήσαν: «Στην Ελλάδα!».
Και τότε πια μας τύλιξε ο Παιάνας,
Μας γέμισε ο Παιάνας, μας επήρε
Στα διάπλατα του τα φτερά ο Παιάνας.
«Το Ρόδο, όλοι το Ρόδο στην Ελλάδα!»,
Φωνάξαμε κι ωρμήσαμε κι ώ, πόσοι
Μας έχουν σμίξει από τότε αγώνες!
Τι να τους λέω;
Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Και αν δεν τους πεις, πιο λίγο
Θα λάμπουνε για τούτο μεσ’ στους αιώνες
Και στην καρδιά μας, Κύριε; Έτσι αλήθεια
Φωνάξαμε, κι ωρμήσαμε και πίσω
Απ’ την ορμή μας ακλουθούσαν πλήθη,
Που εσπάζανε με μιας τις αλυσίδες,
Που οι τύραννοι παντού τους είχαν βάλει,
Στην ψυχή και στα πόδια και στα χέρια,
Και τώρα με της Λύρας Σου το Νόμο
Χορευτικά αρχινούσαν να σαλεύουν
Με το Ρυθμό. Και Σούφερναν μπροστά Σου
Με τα χέρια δετά τους βασιλιάδες
Και Συ τα χέρια λύνοντας τους, μ’ ένα
Χαμόγελο τους έλεγες : «Σηκώστε
Στον ουρανό τα μάτια και κοιτάχτε
Κάθ’ αστέρι φωτάει κι απώναν κόσμο
Να, κόσμοι για κατάχτηση». Κι εκείνοι
Μικροί στη Νύχτα εμπρός και στο δικό Σου
Το Λόγο, ζαλισμένοι από την άπλα
Της λευτεριάς Σου, έσκυβαν το κεφάλι.
Κι έλεες στα πλήθη γύρω: «Φυλαχτήτε
Από του πλούσιου το τραπέζι τι άλλο
Πλατύ τραπέζι από της Γης δεν είναι.
Και μη χωρίστε από τη Γη, θαρρώντας
Ψηλότερα από τούτη να καθήστε
Σε θρόνο δόξας ψεύτικης, το θρόνο
Της Γης σαν έχετε όλο αλλ’ ό,τι βγαίνει
Από τη Γη, στυλώστε το, είτ’ αμπέλι
Είτε δεντρί κι αν γέρνει, δοσετέ του
Και το ίδιο Σας ραβδί να το στεριώσει,
Το ίδιο Σας δόρυ. Έτσι που μια μέρα
Ο Όρθιος Σκοπός να λάμψει απ’ άκρη σ’ άκρη
Της γης, και, απέραντου βασίλειου σκήπτρο,
Το Ρόδο νάχει κάθε λαός στο χέρι!»
Έτσι έλεες και τα πλήθη Σε κοιτάζαν,
Καθώς κοιτάζει αμάλαγη παρθένα
Τον τέλειον άντρα, που άξαφνα μπροστά της
Εστάθη σαν κολώνα κι η καρδιά της
Τη σπρώχνει στο πλευρό του ν’ ακουμπήσει,
Γιατί δεν έχει ξεδιαλύνει ακόμα
Βαθιά της, τι της είναι, αν αδερφός της,
Αν μάνα, ή αν πατέρας, ή αν κρυμμένος
Κάποιος θεός. Παρόμοια και τα πλήθη
Για Σε.
Αλλ’ ως ο Λόγος Σου ξαπλώθη
Στην Ελλάδα κι εσπάσαν οι αλυσίδες,
Που εδώ κι εκεί την είχαν περιδέσει,
Κι ανάσαινε όλη, ως ανασαίνουν κάθε
Πρωί τα γαλάζια βουνοπέλαγά της,
Απ’ το Παγγαίο όσοι είχαμε κινήσει,
Τώρα γοργά τα πλάγια ανηφορώντας
Του Παρνασσού, μια αυγήν εμπήκαμε όλοι
Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο
Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι.
Και τότ’ εκεί, τα σκορπισμένα μέλη
Καλώντας της Ελλάδας πρώτα, ως νάρθουν
Σιγά-σιγά τα μέλη όλου του κόσμου
Το παγκόσμο στη γη να δέσουν Ρόδο,
Στο αγνό του το παράδειγμα Δωρίδα,
Ιωνία, Φωκίδα, Βοιωτία, Λοκρίδα,
Την Αρκαδία, την Αργολίδα, όλες
Τις χώριες της φυλές, φωνάζοντάς τις
Μαζί, καθώς ο Απόλλωνας τις Μούσες,
Την ώρα τούτη, κι, ως πληγή, που μόλις
Ανοίχτη κι έμοιαζε πως είναι η βρύση
Της ίδιας μου καρδιάς, τώρα που αρχίζει,
Καθώς μιλάς, να κρυώνει, μου γεμίζει
Πόνο κρυφό τα φρένα μου κι ως μέσα
Στα βάθη της ψυχής!
Μα τι με τούτο;
Απ’ την Αδράστεια θρέφεται ο Προφήτης,
Με την Ανάγκη ζει και την καθάρια
Γεννά Ειμαρμένη. Κι όμως είν’ ο πόνος
Σκληρός, αν άσκοπα τη γη ποτίζει
Το αίμα και το σφάγιο το μεγάλο
Σπαρνά, χωρίς κανένας να του πάρει
Την ύστερη ματιά.
Το ξαίρεις τάχα,
Ποιά μου άνοιξες πληγή; Και γιατί φεύγω,
Παιδιά; Δε με ρωτήσατε; Κι ως τώρα,
Το θάρρος μόνο να μη χάσετε, είπα,
Στο χωρισμό. Μα τώρα ελάτε, ελάτε
Κι ακόμα πιο σιμά, από την πληγή μου
Να πιείτε ν’ αλαφρώσει. Γιατί φεύγω
Να Σας το πω, κι αν φεύγω, γιατί μόνος,
Κι αν δεν ξανάρθω πίσω, τ’ όνομά μου
Γιατί Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω,
Στη μοναξιά Σας νάστε ανταμωμένοι
Κι Ένα με με για πάντα.
Όχι, δεν είναι
Rose:
Η τάξη η σαρκική, δεν είν’ η δόξα
Όπου μετριέται, που μπορούν να δώσουν
Το πλήρωμα του πόθου, που ο Προφήτης
Το βλέπει μόνος μεσ’ απ’ τους αιώνες
Στα σκοτεινά να λάμπει, τι η ψυχή του,
Ριζωμένη στη θλίψη ωσά σε βράχο,
Βυζαίνει όλη τη νύχτα από τη ρώγα
Των άστρων και τη μέρα από τον ήλιο,
Και προχωρεί ως εκεί, που πια κι η μέρα
Κι η νύχτα φέγγουν γύρα του σα γάλα
Δεν είν’ η τάξη η σαρκική κι ο χρόνος
Οπού μετριέται, που θα δώσουν τούτο
Το πλήρωμα, είν’ ο Έρωτας, που λέει
Και δε σιγάει στιγμή μεσ’ στην καρδιά μας:
«Όλο ν’ αθλείς και να μην πείς ποτέ σου
Πως νίκησες τι όσο τρανά και νάναι
Ο άθλος και η νίκη, αληθινά είναι πάντα
Μικρά μπροστά στον Έρωτα».
Και τούτο
Τον Νόμο, κρύφιο στύλο του Όρθιου Λόγου,
Σαν την αυγήν εκείνη μπήκαμε όλοι
Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο
Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι,
Τον παραδίνω ακέριο, με το Μέτρο
Και το Ρυθμό, σκαλί-σκαλί απ’ την κούνια
Του μόχτου, εξηγημένο ένα προς ένα,
Στους ιερείς, και αδρά τους θωρακίζω
Με δύναμη διπλή, ζωή και γνώση,
Τη διπλή κορυφή για ν’ ανεβούνε
Των δυο τρανών Θεών και τη Συνθήκη
Τη μυστική τους να τη φέρουν πλέρια
Χαραγμένη σε πλάκες στα έρμα πλήθη,
Που καρτερούν ακόμα τ’ άγιο Μέτρο
Να τα στυλώσει όλα μαζί. Κι ακόμα,
Το Ρόδο το εκατόφυλλο τους δίνω,
Το σύμμετρο εκατόφυλλο, όπου όλα
Τα φύλλα του ένα, και καθένα είν’ όλα,
Της μύησης το στεφάνωμα. Και κείνοι,
Με τη ζωή μεθούν τους λαούς κι ολοένα
Στρέφουν τη γνώση ενάντια τους, κι αφήνουν
Της αγίας συμμετρίας τ’ Ολύμπιο δώρο,
Το μυστικό εκατόφυλλο, να ρέψει
Πότε σ’ αυτό και πότε πάνω στ’ άλλο
Σκαλί της Μέθης κι ο καθένας στέκει
Σε κείνο το σκαλί και λέει: «Είν’ όλος
Ο Διόνυσος δικός μου» και θαρρώντας,
Στην κορυφή πως έφτασε, με λόγο,
Με πράξη ή τρόπο κλείνει και στους άλλους
Τους δρόμους τ’ άγιου ανήφορου, όπου λάμπει
Η αγνή ψυχή του απάνω κόσμου ακέρια,
Που η Λευτεριά είναι Γνώση, η Γνώση Αγάπη,
Και πια, απ’ τη Γνώση τούτη, δεν είν’ άλλη.
Και να, αδερφοί μου! Αύριο ξημερώνει
Η αυγή, που στου Παγγαίου το κορφοβούνι
Τ’ Όργιο τ’ αγνό να λειτουργήσω μέλλω,
Στο βωμό πώχω στήσει απάνω-απάνω
Του Απόλλωνα, κομίζοντας το Ρόδο,
Που ζωής και γνώρας είδωλο, στους κάμπους
Με τόσην αναστήσαμε άγρυπνη έννια!
Το Ρόδο θέλω να του πάω, και ξαίρω,
Πως στου βουνού τα πλάγια καρτερούνε
Οι Μαινάδες, που μόλις εγευτήκαν
Του Βασσαρέα Διόνυσου τη χάρη
Και του Σαβάζιου του ρυθμούς, κι «ειν’ όλος»,
Φωνάζουνε, «ο Διόνυσος δικός μας,
Και το δικό μας το Ρόδο» και προσμένουν
Να μου το πάρουν απ’ τα χέρια, κι όλα
Σκορπίζοντας τα φύλλα του, κι εμένα
Σφάγιο τ’ Οργίου τους να με σύρουν. Κι όμως
Το Ρόδο πρέπει αυγή στο κορφοβούνι
Να φέρω του Παγγαίου, και να το φέρω
Δίχως οργή, αλαφρός, γαλήνιος, μόνος,’
Γεμάτος απ’ το θάμα του, γεμάτος
Από την πλέρια του ευωδιά, γεμάτος
Από την άγια συμμετρία του, όλος
Γεμάτος απ’ τη γνώρα του και μόνο.
Και τι να πω αύριο στον Ήλιο; «Σήκω,
Σαΐτεψε το φίδι, πώχει αφήκει
Η παλιά φιδομάνα και που τώρα
Πάλι τη γην ολόγυρα γυρεύει
Στις δίπλες του σφιχτά για να τυλίξει»;
«Ξύπνα», να πω, «Τιτάνα Εσύ, και πάλι,
Κυκλόφερε τα θεία πατήματά Σου,
Τα θεία Σου τα σκιρτήματα τριγύρω
Στο φοβερό ερπετό που ξαναζώνει
Τη γη κι ο οσκρός του αρχίνισε να τρέχει
Στις θείες πηγές Σου, φαρμακώνοντάς τις»;
Τέτια να πω τη μέρα, που να πάω
Μπροστά του πρέπει ανόργιστος, γαλήνιος,
Γεμάτος απ’ τη γνώρα του, γεμάτος
Από την άγια λάμψη του, γεμάτος
Από το φως το μάγο του, γεμάτος
Ακέριος απ’ το θάμα του και μόνο;
Τι αλλοίμονο, αν δεν πάω εγώ το Ρόδο
Στου μυστικού του γυρισμού τη μέρα,
Που, διασκελώντας τα υπερβόρεια πλάτη,
Παντέχει μόνο αγνάντια του ένα χέρι
Να του γνέψει: «Είμαι εδώ και Σε προσμένω»!
Και πως, το Ρόδο αν αύριο δεν του πάω,
Κατόπιν από με κανείς θ’ ανέβει,
Άντρας ή λαός, το χάος για να μαγέψει
Με την κρυφή του λάτρα κι από πάνω
Να γυρίσει γαλήνιος και μεγάλος
Στα σκοτεινά τα βάραθρα;
Ω καλοί μου,
Όλο ν’ αθλεί και να μη λέει ποτέ του
Κανένας πως νικά γιατί, όση νάναι
Η νίκη και η θυσία, θα νάναι πάντα
Μικρά μπροστά στον Έρωτα.
Ώ καλοί μου,
Σε λίγο Σας αφήνω, και τι τάχα
Για παρηγόρια να Σας πω; Είστε οι λίγοι
Σπόροι μιας άμετρης σποράς, νανθίσει
Που θα ν’ αργήσει αιώνες; Μα είστε οι σπόροι
Ενός ακέριου λυτρωμού, και φτάνει.
Κι, ω αγαπημένοι, αν θα δειπνήσω απόψε,
Σ’ ομοφαγία κρυφά μαζί Σας τ’ άγιο
Ψωμί και το Κρασί, τα φύλλα ακόμα
Του πρώτου του εκατόφυλλου, που σ’ Ένα
Την αναπνιά μας έσμιξε, κι αν τώρα
Ξερό ‘ναι, όλο και πιότερο ευωδάει,
Πηγή της τέλειας Μνήμης και του Πόνου
Και του Σκοπού, να Σας τ’ αφήσω θέλω,
Να Σας θυμίζει, κι απ’ τα βάθη του Άδη,
Τα μυστικά σκαλιά, που η κάθε Μούσα
Φυλάει κρυφά κι αλλάζει τ’ όνομά της
Καθώς του Διόνυσου και να, από μνήμη
Σε μνήμη, ο λογισμός Σας ν’ ανεβαίνει,
Και οι αιστήσεις και το θάρρος Σας κι η πνοή Σας,
Ως την ψηλή κορφή, που πια δε φτάνει
Τ’ άγιο Κρασί, τι ανοίγει πια στο νου Σας
Η ανάπνια, που όλα Σας τα δίνει σ’ Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Κι αυτή νάναι η ώρα
Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά Σας,
Κι η ώρα του Ορφέα νάναι σε Σας για πάντα,
Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα
Και λυτρωμός τεράστιος, θα Σας μπάζει
Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,
Τι θάναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση
Της καρδιάς Σας για πάντα αναστημένη!
Μα να, βραδιάζει ο Έσπερος εφάνη
Στον ουρανό κι είναι μακρύς ο δρόμος
Ως την κορφή. Τα χέρια δόστε τώρα
Ανάμεσό Σας και στεριώστε πάλι
Τη μαγικήν ασύντριφτη αλυσίδα,
Που με τον Όρκο εδέσατε τη νύχτα
Την πρώτη, που ολοφάνερα μπροστά Σας
Μέσα στα ουράνια δούλευε ο Πατέρας,
Τα σκότη οργώνοντας βαθιά, κι ο νους Σας
Δέχτη τα πρώτα φέγγη του κι ο πόθος
Ο μυστικός, από τη μαύρη βάση
Της γης, τινάχτη ως δόρυ πέρα απ’ τάστρα!
Κι εγώ τη Λύρα θα κρατήσω ακόμα
Για Σας απόψε μια φορά. Σκωθήτε,
Τι σκοτεινιάζει ο Έσπερος εφάνη
Χτυπάτε τις ασπίδες Σας κι αρχίστε
Το μυστικό πυρρίχιο το στερνό μου.
Τις ασπίδες χτυπάτε. Όρθιοι στον Όρθιο
Της ψυχής Σας Σκοπό. Κι αρχίστε αγάλι
Το φοβερό Χορό του Τέλειου Νόμου.
Τραγουδήστε τον Όρκο. Αυτόν αφήνω
Στον τόπο μου. Κι ακέρια την ψυχή Σας
Μεσ’ στον τιτάνα αιθέρα ριζωμένη
Κρατείτε πια. Ορφανά παιδιά, χορεύτε!
Την άγια Λύρα εχτύπησα. Ορκιστήτε!
(Όρθιος ο Ορφέας κρούει τη λύρα. Οι πολεμιστές σηκώνουν τις ασπίδες τους και αρχούνται γύρωθέν του. Τραγουδάν).
ΧΟΡΟΣ
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός
Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ’ ως το χνάρι
Το πρώτο του αχνοχάραξεν η χάρη
Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,
Γέμισε αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,
Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως.
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Με θεούς κι ανθρώπους δένουμε τα χέρια εδώ,
Τι πάνω από των χρόνων και των τόπων
Τα σύνορα την άγια Σου επωδό
Μας χάρισες. Απ’ τ’ άραχλο σκοτάδι
Του πόνου μας ελέησες τη χαρά,
Μονάκριβη σα νάβγαινε απ΄τον Άδη
Με κρύφια παντοδύναμα φτερά.
Κι απ’ το βαθύ Σου αμέτρητο βασίλειο,
Ακούραστο Τιτάνα κάθε αυγή,
Απάνω από τις έχθρητες τον Ήλιο,
Ν’ αγκαλιάζει στα χέρια του τη Γη.
Κι από τη γην εμείς, που η άγια μέθη
Μας ύψωσε ως το μέγα μυστικό,
Που απ’ ουρανό και γην αντάμα εδέθη
Το Ρόδο, ω Νύχτα, τούτο το Ορφικό,
Της πιο κρυφής φροντίδας μας το θρέμα,
Τ’ ορκιζόμαστε, πάνω από ναούς,
Να το ποτίσουμε όλο μας το γαίμα,
Για να το δώσουμε αύριο στους λαούς.
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός
Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ’ ως το χνάρι
Το πρώτο του αλαφρόγραψεν η χάρη
Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,
Γιομίζει αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,
Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως!
Είπα, κανείς μη, μ’ ακλουθήσει, μόνος
Θα πάω, κι αν θα γυρίσω, πάλι μόνος.
Μ’ αν δεν ξανάρθω πίσω, τ’ όνομά μου
Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω, για ναστε
Στη μοναξιά, που θάρτει, ανταμωμένοι,
Σαν τα παιδιά που εχάσανε πατέρα
Φτωχό, κι ωσά βραδιάσει, σμίγουν όλα
Τριγύρα απ’ τη φωτιά βουβά, κι ο νους τους,
Καρφωμένος ακόμα στην αχνάδα
Του νεκρού τους, κοιτάει και μεγαλώνει
Βαθιά του ό,τι τους άφηκε: εν’ αλέτρι,
Λίγες φούχτες σταριού, δυο ξύλα ακόμα
Για τη γωνιά. Κι ο πόνος, αγάλι-
Αγάλι. Ξάφνου υψώνεται μπροστά τους,
Πιάνει τ’ αλέτρι σα ζευγάς, το στάρι
Σάμπως σποριάς το συντηρνάει, και λέει:
Όλη τη γη μ’ αυτά να οργώσω θέλω
Να σπείρω όλο τον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη,
Να φάει με μας φτωχολογιά, ποτέ της
Που δε γνώρισε μάνα ουδέ πατέρα,
Φτάνει η φωτιά να κάψει λίγο ακόμα
Στο σπίτι, κι ο νεκρός μας να μη λήψει
Ποτέ απ’ ανάμεσό μας.
Και τα πλούτη
Του κόσμου, τα όπλα, οι δόξες, τα χρυσά του
Παλάτια, όλα τους φαίνονται παιχνίδι
Μπρος στ’ άλετρι, το στάρι και τη φλόγα,
Του άγιου νεκρού κληρονομιά, που να ίσως
Ψωμί δε φτάνουν σήμερα να δώσουν
Στα ορφανά του, στου πόνου τους τα μάτια
Γιγαντώνονται, κι αύριο, λες, θα θρέψουν
Την πείνα ενός λαού.
Όμοια θα νάναι
Λίγον καιρό κι η ορφάνια Σας, αν φύγω.
Μα η μυστική κληρονομιά, που αφήνω
Σε σας, είν’ άλλη, κι άλλη στράτα ο νους Σας
Θα πάρει σύντομα απ’ αυτή μ’ ακούτε;
Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, Σ’ ακούμε. Εσύ μας τώπες πάντα:
Το μάτι μεγαλώνει στο σκοτάδι,
Κι η ακοή στη σιωπή. Και Συ το ξαίρεις,
Πως άρχισε στα φρένα μας να φέγγει
Ο πατρικός βυθός και πως στ’ αυτί μας
Επρωτομπήκε ο λόγος Σου. Το ξαίρεις,
Κύριε, Σ’ ακούμε κι η τραχειά ψυχή μας,
Που τη φροντίζεις χρόνια, ως ο τοξότης
Του τόξου τη νευρή, σαν τη αλείβει
Βράδι και αυγή με λάδι, για να ρίχνει
Μακρά το βέλος κι ως το χελιδόνι
Ν’ αντιλαλεί από τ’ άγγιγμα, δονείται
Συθέμελα, τα χείλη Σου ως ανοίξεις.
Μα τι είναι τούτο, που μας λες, πως μόνος
Θα πας, κι αν θα γυρίσεις πάλι μόνος,
Και πως μπορεί να μην ξανάρθεις τι είναι;
Ποιός ειν’ εδώ από μας, που τη ζωή του
Χωρίς Εσέ τη θέλει; Δε θαρθούμε
Μαζί Σου, Κύριε, πάλι, ανηφορώντας
Τ’ άγιου βουνού τα πλάγια όλη τη νύχτα,
Καθώς τότε, που Εσύ μας πρωτοπήρες
Κι αλαφρός ανηφόριζες προς τα ύψη,
Ενώ εμείς την καρδιά μας μεσ’ στα στήθη
Σα βακχεμένο τύμπανο να δένει
Τη νιώθαμε κρυφά τη γη με τάστρα;
Γύρα Σου πια δε θάμαστε ολοένα,
Καθώς στις μύριες μάχες, που η πνοή Σου,
Σηκώνοντας ενάντια στους τυράννους,
Με το ρυθμό τις εξετύλιγε όλες
Σ’ άγιους πυρρίχιους, ενώ Συ μονάχος,
Δίχως άρματα, μόνο με το βλέμμα
Ή με το χέρι έδειχνες που είν’ το δίκιο
Και που είν’ η νίκη, Κύριε; Και πως έτσι
Να μας αφήσεις συλλογιέσαι τώρα;
ΟΡΦΕΑΣ
Ποιός μίλησ’ έτσι; Κι είναι δικά σου
Τα λόγια, απ’ την καρδιά, που σώχω πλάσει;
Έλα, Σιωπή, που φανερώνεις όλη
Τη δύναμη του νου και ξεσκεπάζεις
Τα πιο κρυφά μυστήρια στην καρδιά μας!
Δώρο του Ελέους, που βρίσκεται σε κάθε
Τραχιό και πλέριο αγώνα, που μαρτύρους
Δε λαχταρεί, κατέβα και σε τούτον!
Και Συ, αγριοπερίστερο του θάρρους
Του μυστικού, φανερωμένο μόνο
Στην τέλεια πράξη, χτύπα το φτερό Σου
Στο μέτωπο του μια στιγμή, όπως τόσες
Φορές του τώχεις άξαφνα δροσίσει!
Έτσι λοιπόν, γιατί Σας είπα μόνο,
Πως ορφανοί θα μείνετε, η καρδιά Σας
Ταράχτηκε και ξέχασε ό,τι χρόνια
Τη νουθετώ; «Του χωρισμού όποιος σκίσει
Τα σκοτεινά πελάγη, έχοντας πάντα
Στο νου, αβασίλευτο άστρο, την Αγάπη,
Δε θα να σμίξει μόνο αυτός μ’ εκείνους
Οπώχει χάσει, μα, ιερό γιοφύρι,
Κι άλλους θα σμίξει ανάμεσό τους, τόπους
Με τόπους, λαούς με λαούς, οχτρούς με φίλους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες». Και συ, μόλις που είπες,
Πως μεσ’ στα φρένα σου φώτα ολοένα
Ο πατρικός βυθός, δειλιάζεις τώρα
Στο χωρισμό;
Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, το ξαίρω, σφάλλω.
Τι το πιστό σκυλί καλά γνωρίζει
Ν’ αγρυπνήσει του κυρίου του τον τάφο.
Κι όλα αν τα χάσω, ετούτο δεν το χάνω.
Μα πως να χάσω, Κύριε, τη φωνή Σου,
Που, ως την ακούω, λέω, πως τότε μόνο
Το παραπέτασμα του ναού τραβιέται,
Στ’ άδυτα νάμπω των αδύτων; Πες μου,
Όλα αν τα χάσω, αυτό πως να το χάσω;
ΟΡΦΕΑΣ
Αληθινά συρμένη είναι μπροστά σου
Βαρειά κατάχνια, μήτε που η φωνή μου
Μπορεί με μιας να τη διαλύσει. Ελάτε
Σιμότερα, όχι τη φωνή μου μόνο
Ν’ ακούστε, μα το χτύπο της καρδιάς μου!
Ελάτε ακόμα πιο σιμά.
Κοιτάχτε
Στα βάθη Σας και πέστε μου: Θυμάστε,
Πως Σας εδιάλεξα μαζί, κι ένα-ένα;
Μύριοι μ’ ακλούθααν το γιατί, δεν ξαίραν
Κι οι ίδιοι, ουδέ το ξαίρουν. Αλλ’ ως, όταν
Αρχίσει ξάφνου ο ήλιος ν’ αναλιώνει
Τα χιόνια στα βουνά και στα ποτάμια
Τους πάγους, τα νερά λευτερωμένα
Κατρακυλάνε καταρράχτες, όμοια,
Μόλις ακούστη η λύρα κι η φωνή μου
Μεσ’ στους λαούς, ωρμήσαν πίσωθέ μου
Πλήθη πολλα ως ποτάμια κι ως ετούτα,
Στη θάλασσα αν ορμήσουν, δε μπορούνε
Να ξαναστρέψουν πίσω ή να σταθούνε,
Όμοια κι αυτά ακλουθούσαν.
Μα ήταν κάποιοι
Στα πλήθη μέσα, που κανείς δε μπόρει
Γιατί ερχόνταν να πει. Τι μεσ’ στο ρέμα
Των άλλων εφαντάζαν, σαν οι βράχοι,
Που τ’ αντισκόβουν κι ήταν μόνοι απ’ όλους,
Σιωπηλοί, σκοτεινοί, συλλογισμένοι,
Σα να ρωτιώνταν: Τι γυρεύει ετούτος
Να κάμει; Είν’ άνθρωπος ή θεός; Δαίμονας είναι;
Κι απ’ όλους εφαινόντανε σα νάταν
Στη συμπονιά πρωτόμαθοι, στη γνώμη
Την καλή σαν κρυφά ν’ αντιστεκόνταν
Με τράχηλα σταλόν, ενώ στο Νόμο,
Που προβοδούσε η Λύρα κι ο Χορός μου,
Μύριες θερίζονταν ζωές. Και τούτοι,
Σα να μεθούσαν από το αίμα μόνο,
Που πλημμύραε παντού, πως πλημμυρίζει
Την άνοιξη τη γην η παπαρούνα,
Στη μάχη πρώτοι εχύνονταν, να νοιώσουν
Τη μυρουδιά του, πλούσια που σκορπιώταν
Τριγύρα τους, κι αλόγιαστα να πάρουν
Απ’ τον αγώνα μια πληγή σα δώρο,
Να ξαλαφρώνει το δικό τους.
Τάχα
Για ποιούς μιλώ;
Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, για μας. Κι αν είναι
Η θελησή Σου, άφησ’ εμένα τώρα
Να ξακολουθήσω.
ΟΡΦΕΑΣ
Λέγε, είν’ η ψυχή σου
Ψυχή μου.
Rose:
Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Και μια μέρα, που ο αγώνας
Ο αιματερός σα να ξεχάστη, κι όλα,
Γη κι ουρανός και πέλαγα και γύρω
Τα βουνά σαν τ’ αγριόκρινα γαλάζια,
Ανασαίναν στον όρθρο αναπαμένα-
Και Συ είχες τραβηχτεί στη μυστική Σου
Σπηλιά, τους καθαρμούς για να οργιάσεις
Των θεών και της ψυχής Σου-ανταμωμένοι
Κρυφά, βαδίσαμε μαζί, ως βαδίζουν
Στα νύχια αλαφροκυνηγοί στο δάσο
Το σύθαμπο, μονάχο να Σε βρούμε
Και δολερά, με μιας, σαν οι Τιτάνες,
Που, με πηλό τα πρόσωπα αλειμμένοι,
Να σπαράξουνε ωρμήσαν το Ζαγρέα,
Για να λυθούν τα μάγια του, που δέναν
Και τα θεριά στο θώρι του, παρόμοια
Να Σε σπαράξουμε και μεις, να πέσουν
Τα δεσμά της γητειάς Σου και να μείνει
Στα χέρια μας η δύναμη, που ακέρια
Με το Χορό, τη Λύρα και το Λόγο
Απ’ τους λαούς μας έκλεβες.
Και ξάφνου,
Εκεί που ψάχναμε μ’ αυτί ασκημένο,
Αφουκραστήκαμε αναπνιάν ανθρώπου,
Που του ανεβοκατέβαζε τα στέρνα
Ύπνος πρωινός. Κι αργά σιμώσαμε όλοι.
Και να, εκοιμώσουν ήσυχα, ως κοιμάται
Μπρος στη σπηλιά του ένα ξανθό λιοντάρι.
Κι ίδια ως αυτό ξαρμάτωτος κοιτόσουν
Με μοναχά τη χαίτη Σου, και μόνο
Τον πλούτο του άγιου ανασασμού. Και μήτε
Δόρυ στο πλάι Σου μηδ’ η Λύρα μόνο,
Στο χέρι Σου είδαμε κατάπληχτοι όλοι,
Πιθωμένο στο στήθος Σου, να σφίγγεις
Ένα εκατόφυλλο μεγάλο ρόδο,
Που, ως ανάπνεες, ανάπνεε, λες, μαζί Σου.
Κύριε, λιγάκι να σταθώ. Τι κοίτα,
Το ήπιο δάκρυ ανάβρυσε στα μάτια
Των αδερφών μου η μνήμη τους ζεστάθη
Και του πρώτου τα χείλη σιγοτρέμουν
Να πάρουνε το λόγο απ’ τα δικά μου.
Σωστό είναι, Κύριε, να μιλήσει πάλι.
ΟΡΦΕΑΣ
Μια είν’ η ψυχή και μια η καρδιά, ας μιλήσει.
Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, είν’ αλήθεια, πως μου τρέμει τώρα
Το χείλη κι η καρδιά μου μέσα τρέμει
Γιατί, το ξαίρεις κι όμως θα μιλήσω
Έτσι λοιπόν, σκυμμένοι βλέπαμε όλοι
Τον ύπνο Σου, κι αυτό το μέγα Ρόδο,
Όπου ανεβοκατέβαινε στην πνοή Σου
Και κάποιος από μας, χωρίς καθόλου
Να φυλαχτεί μήπως ξυπνήσεις, είπε:
«Ανάξιο γι’ άντρες είναι να ριχτούμε
Σ’ ένα παιδί ως ετούτο, μεσ’ στον ύπνο
Ας πιάσουμε καλύτερα τ’ αλάφι
Ζωντανό». Και γυρνώντας προς εμένα,
«Κέντα τον», μούπε, «λίγο με το δόρυ
Για να ξυπνήσει, γιατί αλήθεια μοιάζει
Ο ύπνος του αδέρφι νάναι του θανάτου
Κέντα τον λίγο». Κι έτσι, όπως επήρα
Τυφλά τη διαταγή, μεσ’ στο πλευρό Σου
Το δόρυ μου έσπρωξα αλαφρά, κι αμέσως
Λίγο πορφύρισε ο χιτώνας. Τότε
Τα μάτια ανύποπτα άνοιξες μεγάλα,
Κι μ’ αλαφρό αναστέναγμα σηκώθης
Στην κοίτη καθιστός, κι όπως μας είδες
«Τι», είπες, «είναι παιδιά; Πόσο κοιμώμουν
Βαθιά μεσ’ του Διονύσου την αγκάλη!
Και τι ήταν ξάφνου ετούτος στο πλευρό μου
Ο γλυκός πόνος, που με πήγε ακόμα
Σιμότερα, θαρρώ, προς την ψυχή μου,
Για να ξυπνήσω βλέποντάς τη; Τι είναι;»
Έτσ’ είπες κι ως κατάλαβες το γαίμα,
Που λιγοστόν εγλίστραε στο πλευρό Σου,
«Παιδιά, γιατί», μας ρώτησες, «ετούτο»;
Κι όπως κράταες το ρόδο, στο πλευρό Σου
Το πίθωσες σφιχτά και με το νέμα
Τριγύρα Σου μας κάλεσες «ελάτε»,
Σα νάλεες, «μη δειλιάζετε, καθήστε».
Κι εμείς στο νέμα αυτό καθήσαμε όλοι
Τριγύρα Σου κι ουδ’ ένας μας το στόμα
Για να μιλήσει εσάλεψε μα πλέρια
Σιγή ακολούθησε πολλιώρα, ωσότου
Απ’ του Παγγαίου την κορυφήν αιφνίδια
Εφάνη ο Ήλιος και, το ματωμένο
Ρόδο ανασκώνοντας μπροστά του, άρχισες έτσι:
«Δικό Σου το αίμα είν’, Ήλιε, και δικό Σου
Είναι το Ρόδο και δικός Σου είμαι όλος
Και δικοί Σου είναι τούτοι, τη ζωή μου
Που αν ήρταν για να πάρουνε, τους σμίγει
Τις καρδιές τους σε μια η ανατολή Σου
Με τη δική μου από την ώρα τούτη.
Ο τέλειος πια χρησμός είναι μπροστά Σου,
Απόλλων!
Των θεών η Μάνα, η Νύχτα
Με το χέρι μου στο στέλνει,
Κορφή του ανασασμού, το τέλειο Ρόδο.
Για να το υψώσω ομπρός στα βλέφαρά Σου,
Αγνάντια απ’ τη χρυσήν ειδή Σου, κάτου
Απ’ τα δροσανοιγμένα Σου ρουθούνια,
Πόσο επόνεσα μ’ όλους μου τους πόνους!
Η λεύκα ή ο κυπάρισσος, κλεισμένα
Σε φαράγγι, ζητώντας να Σε ιδούνε,
Δεν πήγαν σε τόσο ύψος,
Όσο εγώ για τούτο,
Που, ωσά δροσοκομμένος βόστυχός Σου,
Μοιάζει χυμένο στο ίδιο Σου χρυσάφι.
Μόνο, τ’ άγιο Μυστήριο δος μου τώρα
Να φανερώσω και σε τούτους, όπως
Μου το φανέρωσες βαθιά και μένα
Στον ύπνο και στον ξύπνο μου, στη μάχη
Και στην ειρήνη, στη φιλιά ή στην έχτρα,
Στη ζωή και στο θάνατο, αυτό δός μου».
Rose:
Έτσι ύμνησες, και μεις ολόγυρά Σου,
Στα δόρατα ακουμπώντας και στον Ήλιο
Μπροστά σκυμμένοι, ακούαμε, κι η καρδιά μας
Στον ύμνο εχόρευε όλη ακούγοντάς Σε
Και πια δεν εθυμούμαστε το λόγο,
Που για να Σ’ εύρουμε ήρταμε, αλλά, μ’ όλη
Την ακοήν ορθάνοιχτη, η ψυχή μας
Το μυστήριο του Ρόδου καρτερούσε
Να της ξηγήσεις, κι είχαμε έναν κύκλο
Γύρα Σου κάμει ασάλευτο, ως την ώρα,
Που κοιτώντας μας άνοιξες το στόμα.
ΟΡΦΕΑΣ
Και τώρα πάλι εγώ θα να τ’ ανοίξω,
Τι άλλος κανείς, το ξαίρετε, δεν πρέπει
Του Μυστηρίου τα λόγια να τ’ αγγίξει
Στα χείλη του, όσο ζω. Εγώ και πάλι
Στερνή φορά βαθιά Σας θα ξυπνήσω,
Πριν χωριστώ από Σας, την τέλεια Μνήμη.
Ήλιε, από Σένα εγύρεψα βοήθεια –
Έτσι ξανάρχισα -, όμως πίσωθέ Σου,
Κι αν τήνε σκέπει ακέρια για τους άλλους
Το φως Σου, εγώ τη Μάνα Σου τη βλέπω
Να Σ’ αγκαλιάζει Εσέ, την άγια Νύχτα
Και πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει
Το γιο, αν τη μάνα πρώτα δε γνωρίσει;
Τι κι εγώ γιός της είμαι, κι από βρέφος
Ορφανός κι εγώ πιάστηκα στη ρω΄γα
Της συμπονιάς της, κάτου από το μαύρο
Τον πέπλο της που μ’ έκλειε, κι ως κρατούσα
Το άγιο βυζί, σκιρτούσα ως το κατσίκι
Στο θείο σκοτάδι κι εγώ γιός της είμαι.
Ήλιε, από σένα εγύρεψα βοήθεια,
Τι είσαι αδερφός μου κι είμαι εγώ δικός Σου,
Τι πρώτα Συ γεννήθης από μένα,
Μα ανθρωπομίμητοι είναι, όσο και νάναι,
Μεγάλοι οι δρόμοι Σου, τρανέ αδερφέ μου
Μα πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει
Το γιο, αν τη Μάνα πρώτα δε γνωρίσει;
Ω Μάνα Νύχτα, ω μυστική, ω μεγάλη,
Κι αν τώρα είσαι κρυμμένη από τη λάμψη
Του γιούΣου, σα μια χήρα που τη φτάνει
Ν’ ακούει τους άθλους του παιδιού της, κι είναι
Μακρά απ’ αυτό στα πένθη της ντυμένη,
Μα ευφρόσυνο είν’ το πένθος της, γιατί όλη
Κρυφά αγρυπνάει στους άθλους του, ω Μητέρα
Νύχτα, που μέσα κι απ’ το φως Σε βλέπω
Πιο καθαρά, ω θεμέλιο του Προφήτη,
Που δεν ποιμαίνει διόλου με τα μάτια
Τους στοχασμούς του, αλλά με την καρδιά του,
Σάμπως λάγιο σγουρόμαλλο κοπάδι,
Που τις πηγές του βρίσκει στα σκοτάδια
Και πίνει αχόρταγα απ’ το ρέμα, ω Μάνα,
Δος μου και Συ τη δύναμη να μπάσω
Σε τούτων τις ψυχές, που δε Σε ξαίρουν,
Το Μυστήριο του Ρόδου, φέρνοντάς τους
Σκαλί-σκαλί απ΄τη βάση του ως την άγια
Κορφή, που πια και Συ δε φαίνεσαι ίδια,
Σκοτεινή, θλιβερή, μαυροντυμένη,
Παρά χλωμή, βουβή και λευκοφόρα,
Τι απ’ του βυθού του πατρικού τα μαύρα
Κι αξεδιάλυτα πλούτη βλέπεις πάντα
Εκεί πάνω, χορεύοντας αγάλι-
Αγάλι πάνω απ’ της μουγγής αβύσσου
Τα πλάτη, σάμπως γλάρος να προβαίνει
Ο Αρματωμένος Έρωτας, και πάντα
Τον καρτερείς. Και φτάνει του φτερού του
Το διάβα απάνωθέ Σου, για ν’ ανθίσουν
Καινούργιοι κόσμοι μέσα Σου, καινούργια!
Μα εμείς, εδώ ‘μαστε στη γη κι, ω Μάνα,
Πολλά ‘ναι τα σκαλιά ως που ν’ ανεβούμε
Στην άγια κορυφή, που όλα τα σμίγει
Σε μια πνοή. Κι αρχίζει από τον Άδη
Το πρώτο το σκαλί και το πιο πάνω
Η άγια το χτίζει Δήμητρα. Γιατί όπως
Όλοι στον Άδη εμπρός οι άνθρωποι είν’ όμοιοι,
Όμοια είν’ ίδιοι κι αγνάντια από το Στάχι
Το Μυστικό, που η Ελευσίνα υψώνει,
Και σ’ όλους πλάι η Περσεφόνη, το ίδιο
Ξάγρυπνη για όλους, την ψυχή χωρίζει,
Σαν το μωρό απ’ τη μήτρα, απ’ το κορμί τους.
Μα ποιός αυτός, που δίπλα από την Κόρη,
Πριν κι απ’ το θάνατο κι ολοένα απάνω
Κι από το θάνατο, βοηθάει το σώμα
Και την ψυχή βοηθάει, ανταμωμένα,
Μέσα απ’ τον πόνο, πέρα από τον πόνο,
Ν’ ανεβαίνουν χορεύοντας τα πλάγια
Του βουνού, τα πολλά που γίνονται Ένα;
Ποιός απ’ τα βάθη του Άδη με την πνοή του
Χορεύει τις ψυχές, σα μύρια φύλλα
Γύρα από δρυ ξερό, να σαρκωθούνε
Σε νέες γενιές, και ποιός σε τούτες μπάζει
Την άγια ορμή τ’ ανήφορου; Ποιός άλλος,
Πλούτωνα-Διόνυσε, από Σε, απ’ τα βάθη
Τα σκοτεινά της γης σαν ανεβάζεις,
Θεία μαρτυρία της δύναμής Σου, το Άγιο
Το Κλήμα, που, ως βυζαίνει τα σκοτάδια
Της γης και πίνει απ’ τα ουράνια δρόσο,
Συνταιριάζει στις φλέβες του το σκότος
Με το φως σ’ αίμα πύρινο, δοσμένο
Την άγια Μέθη να κερνά απ’ το χέρι
Των θείων Μουσών, που η καθεμιά της στέκει
Κάθε σκαλί, για ν’ ανεβεί μαζί Σου
Στην κορυφή, κι αλλάζει τ’ όνομά της
Καθώς αλλάζει το δικό Σου; Κι έτσι,
Από μέθη σε μέθη, ο λογισμός μας
Κι οι αιστήσεις και το θάρρος μας κι η πνοή μας,
Κι από τον ένα Διόνυσο στον άλλο,
Ξάφνου ανεβαίνουμε, ως που πια δε φτάνει
Τ’ άγιο Κρασί, τι ανοίγεται στο νου μας
Η ανάπνια, που όλα πια τα σμίγει σ’ Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Κι είναι τούτη η ώρα
Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά μας,
Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα
Και λυτρωμός απέραντος, μας μπάζει
Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,
Γιατί είναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση
Της καρδιάς μας για πάντα αναστημένη!
Έτσι είπα και βοηθούσεν ο παλμός μου
Και της ψυχής το σκίρτημα το λόγο.
Rose:
Και Σεις, ως Σας εκοίταξα, είχατε όλοι
Την όψη και τον τρόπο Σας αλλάξει
Καθώς και τώρα. Κι ένας είχε γύρει,
Πως γέρνει ο δισκοβόλοςτο κορμί του
Σα φεύγει ο δίσκος, όλος ν’ ακλουθήσει
Νους και κορμί το νόημα κι άλλος είχε
Στη γη απλωθεί, ως να βύθιζε τα μάτια,
Τις ρίζες νάβρει του Άδη κι είχε ο τρίτος
Στην όψη του μια φλόγα, ως να συγκράτει
Μ’ αγώνα την ορμή, να ξεκινήσει
Προς την κορφή κι ο τέταρτος κρατούσε
Κλειστά τα μάτια, ως νάρχιζε από τώρα
Ν’ ανασαίνει το Ρόδο, κι η ψυχή του
Σιγά-σιγά από μέσα του λυνόταν.
Κι όλων μαζί μια ζέστη Σας περνούσε
Τις φλέβες μυστικιά, που σταματούσε
Την αναπνιά Σας στα ρουθούνια, κάποιοι
Που τ’ άνοιγαν πλατιά κι είχαν κλεισμένα
Τα χείλη τους σφιχτά. Και ξάφνου εκείνος,
Που ως δισκοβόλος έγερνε να πάρει
Το νόημα, το κεφάλι του τανυώντας
Προς τα πίσω, ως να τίναζε ένα βάρος
Τρανό, μου φώναξε έτσι: «Ορφέα, δόσε
Το Ρόδο και σ’ εμάς και δόστο σ’ όλους,
Τι είν’ η ζωή πικρή απ’ την ώρα τούτη
Που ο ανασασμός του εδιάβη από μπροστά μας
Και δεν απλώθη στην γην όλη. Δόστο
Το Ρόδο στους λαούς, Ορφέα. Τι άγιος
Είναι ο αγώνας του Κρασιού, που, ως λιγοστεύουν
Τα θάρρη της ψυχής, τη σπρώχνει πάλι
Στους ζωντανούς ανήφορους. Μα τώρα
Δος τον αγώνα για το Ρόδο, Ορφέα,
Στους λαούς, για να κινήσουνε όλοι αντάμα
Προς την κορφή, που όλα τα σμίγει σ’ Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Μ’ αγάπη, τόπους μ’ άλλους τόπους, τάστρα
Με τάστρα, ζωή με θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Δος στους λαούς το Ρόδο,
Ορφέα!»
Έτσ’ είπε αυτός και μένανε η καρδιά μου
Μώτρεμε πια, και μώτρεμε το χέρι,
Τέτια φωνή ανεπάντεχη ν’ ακούσω
Κι έτσι χλωμός το ματωμένο Ρόδο
Το σήκωσα στο χέρι μου, ρωτώντας:
«Και που, παιδιά, το Ρόδο θέτε πρώτα
Να το φυτέψουμε στη γη, που θέτε;»
Κι άργιε η απόκριση νάρθει μα αιφνίδια
Αυτός πούχε τα βλέφαρα κλεισμένα,
Ανοίγοντας τα, με φωνή που ερχόταν
Απ’ άλλον κόσμο, κι όμως κύλησε όμοια
Με μια βροντή, αποκρίθη: «Στην Ελλάδα!».
Και τα γκρεμά, οι πλαγιές, τα κορφοβούνια,
Σα στήθη που ανασαίνοντας πλαταίνουν,
Θαρρέψαμε, αντηχήσαν: «Στην Ελλάδα!».
Και τότε πια μας τύλιξε ο Παιάνας,
Μας γέμισε ο Παιάνας, μας επήρε
Στα διάπλατα του τα φτερά ο Παιάνας.
«Το Ρόδο, όλοι το Ρόδο στην Ελλάδα!»,
Φωνάξαμε κι ωρμήσαμε κι ώ, πόσοι
Μας έχουν σμίξει από τότε αγώνες!
Τι να τους λέω;
Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Και αν δεν τους πεις, πιο λίγο
Θα λάμπουνε για τούτο μεσ’ στους αιώνες
Και στην καρδιά μας, Κύριε; Έτσι αλήθεια
Φωνάξαμε, κι ωρμήσαμε και πίσω
Απ’ την ορμή μας ακλουθούσαν πλήθη,
Που εσπάζανε με μιας τις αλυσίδες,
Που οι τύραννοι παντού τους είχαν βάλει,
Στην ψυχή και στα πόδια και στα χέρια,
Και τώρα με της Λύρας Σου το Νόμο
Χορευτικά αρχινούσαν να σαλεύουν
Με το Ρυθμό. Και Σούφερναν μπροστά Σου
Με τα χέρια δετά τους βασιλιάδες
Και Συ τα χέρια λύνοντας τους, μ’ ένα
Χαμόγελο τους έλεγες : «Σηκώστε
Στον ουρανό τα μάτια και κοιτάχτε
Κάθ’ αστέρι φωτάει κι απώναν κόσμο
Να, κόσμοι για κατάχτηση». Κι εκείνοι
Μικροί στη Νύχτα εμπρός και στο δικό Σου
Το Λόγο, ζαλισμένοι από την άπλα
Της λευτεριάς Σου, έσκυβαν το κεφάλι.
Κι έλεες στα πλήθη γύρω: «Φυλαχτήτε
Από του πλούσιου το τραπέζι τι άλλο
Πλατύ τραπέζι από της Γης δεν είναι.
Και μη χωρίστε από τη Γη, θαρρώντας
Ψηλότερα από τούτη να καθήστε
Σε θρόνο δόξας ψεύτικης, το θρόνο
Της Γης σαν έχετε όλο αλλ’ ό,τι βγαίνει
Από τη Γη, στυλώστε το, είτ’ αμπέλι
Είτε δεντρί κι αν γέρνει, δοσετέ του
Και το ίδιο Σας ραβδί να το στεριώσει,
Το ίδιο Σας δόρυ. Έτσι που μια μέρα
Ο Όρθιος Σκοπός να λάμψει απ’ άκρη σ’ άκρη
Της γης, και, απέραντου βασίλειου σκήπτρο,
Το Ρόδο νάχει κάθε λαός στο χέρι!»
Έτσι έλεες και τα πλήθη Σε κοιτάζαν,
Καθώς κοιτάζει αμάλαγη παρθένα
Τον τέλειον άντρα, που άξαφνα μπροστά της
Εστάθη σαν κολώνα κι η καρδιά της
Τη σπρώχνει στο πλευρό του ν’ ακουμπήσει,
Γιατί δεν έχει ξεδιαλύνει ακόμα
Βαθιά της, τι της είναι, αν αδερφός της,
Αν μάνα, ή αν πατέρας, ή αν κρυμμένος
Κάποιος θεός. Παρόμοια και τα πλήθη
Για Σε.
Αλλ’ ως ο Λόγος Σου ξαπλώθη
Στην Ελλάδα κι εσπάσαν οι αλυσίδες,
Που εδώ κι εκεί την είχαν περιδέσει,
Κι ανάσαινε όλη, ως ανασαίνουν κάθε
Πρωί τα γαλάζια βουνοπέλαγά της,
Απ’ το Παγγαίο όσοι είχαμε κινήσει,
Τώρα γοργά τα πλάγια ανηφορώντας
Του Παρνασσού, μια αυγήν εμπήκαμε όλοι
Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο
Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι.
Και τότ’ εκεί, τα σκορπισμένα μέλη
Καλώντας της Ελλάδας πρώτα, ως νάρθουν
Σιγά-σιγά τα μέλη όλου του κόσμου
Το παγκόσμο στη γη να δέσουν Ρόδο,
Στο αγνό του το παράδειγμα Δωρίδα,
Ιωνία, Φωκίδα, Βοιωτία, Λοκρίδα,
Την Αρκαδία, την Αργολίδα, όλες
Τις χώριες της φυλές, φωνάζοντάς τις
Μαζί, καθώς ο Απόλλωνας τις Μούσες,
Την ώρα τούτη, κι, ως πληγή, που μόλις
Ανοίχτη κι έμοιαζε πως είναι η βρύση
Της ίδιας μου καρδιάς, τώρα που αρχίζει,
Καθώς μιλάς, να κρυώνει, μου γεμίζει
Πόνο κρυφό τα φρένα μου κι ως μέσα
Στα βάθη της ψυχής!
Μα τι με τούτο;
Απ’ την Αδράστεια θρέφεται ο Προφήτης,
Με την Ανάγκη ζει και την καθάρια
Γεννά Ειμαρμένη. Κι όμως είν’ ο πόνος
Σκληρός, αν άσκοπα τη γη ποτίζει
Το αίμα και το σφάγιο το μεγάλο
Σπαρνά, χωρίς κανένας να του πάρει
Την ύστερη ματιά.
Το ξαίρεις τάχα,
Ποιά μου άνοιξες πληγή; Και γιατί φεύγω,
Παιδιά; Δε με ρωτήσατε; Κι ως τώρα,
Το θάρρος μόνο να μη χάσετε, είπα,
Στο χωρισμό. Μα τώρα ελάτε, ελάτε
Κι ακόμα πιο σιμά, από την πληγή μου
Να πιείτε ν’ αλαφρώσει. Γιατί φεύγω
Να Σας το πω, κι αν φεύγω, γιατί μόνος,
Κι αν δεν ξανάρθω πίσω, τ’ όνομά μου
Γιατί Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω,
Στη μοναξιά Σας νάστε ανταμωμένοι
Κι Ένα με με για πάντα.
Όχι, δεν είναι
Rose:
Η τάξη η σαρκική, δεν είν’ η δόξα
Όπου μετριέται, που μπορούν να δώσουν
Το πλήρωμα του πόθου, που ο Προφήτης
Το βλέπει μόνος μεσ’ απ’ τους αιώνες
Στα σκοτεινά να λάμπει, τι η ψυχή του,
Ριζωμένη στη θλίψη ωσά σε βράχο,
Βυζαίνει όλη τη νύχτα από τη ρώγα
Των άστρων και τη μέρα από τον ήλιο,
Και προχωρεί ως εκεί, που πια κι η μέρα
Κι η νύχτα φέγγουν γύρα του σα γάλα
Δεν είν’ η τάξη η σαρκική κι ο χρόνος
Οπού μετριέται, που θα δώσουν τούτο
Το πλήρωμα, είν’ ο Έρωτας, που λέει
Και δε σιγάει στιγμή μεσ’ στην καρδιά μας:
«Όλο ν’ αθλείς και να μην πείς ποτέ σου
Πως νίκησες τι όσο τρανά και νάναι
Ο άθλος και η νίκη, αληθινά είναι πάντα
Μικρά μπροστά στον Έρωτα».
Και τούτο
Τον Νόμο, κρύφιο στύλο του Όρθιου Λόγου,
Σαν την αυγήν εκείνη μπήκαμε όλοι
Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο
Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι,
Τον παραδίνω ακέριο, με το Μέτρο
Και το Ρυθμό, σκαλί-σκαλί απ’ την κούνια
Του μόχτου, εξηγημένο ένα προς ένα,
Στους ιερείς, και αδρά τους θωρακίζω
Με δύναμη διπλή, ζωή και γνώση,
Τη διπλή κορυφή για ν’ ανεβούνε
Των δυο τρανών Θεών και τη Συνθήκη
Τη μυστική τους να τη φέρουν πλέρια
Χαραγμένη σε πλάκες στα έρμα πλήθη,
Που καρτερούν ακόμα τ’ άγιο Μέτρο
Να τα στυλώσει όλα μαζί. Κι ακόμα,
Το Ρόδο το εκατόφυλλο τους δίνω,
Το σύμμετρο εκατόφυλλο, όπου όλα
Τα φύλλα του ένα, και καθένα είν’ όλα,
Της μύησης το στεφάνωμα. Και κείνοι,
Με τη ζωή μεθούν τους λαούς κι ολοένα
Στρέφουν τη γνώση ενάντια τους, κι αφήνουν
Της αγίας συμμετρίας τ’ Ολύμπιο δώρο,
Το μυστικό εκατόφυλλο, να ρέψει
Πότε σ’ αυτό και πότε πάνω στ’ άλλο
Σκαλί της Μέθης κι ο καθένας στέκει
Σε κείνο το σκαλί και λέει: «Είν’ όλος
Ο Διόνυσος δικός μου» και θαρρώντας,
Στην κορυφή πως έφτασε, με λόγο,
Με πράξη ή τρόπο κλείνει και στους άλλους
Τους δρόμους τ’ άγιου ανήφορου, όπου λάμπει
Η αγνή ψυχή του απάνω κόσμου ακέρια,
Που η Λευτεριά είναι Γνώση, η Γνώση Αγάπη,
Και πια, απ’ τη Γνώση τούτη, δεν είν’ άλλη.
Και να, αδερφοί μου! Αύριο ξημερώνει
Η αυγή, που στου Παγγαίου το κορφοβούνι
Τ’ Όργιο τ’ αγνό να λειτουργήσω μέλλω,
Στο βωμό πώχω στήσει απάνω-απάνω
Του Απόλλωνα, κομίζοντας το Ρόδο,
Που ζωής και γνώρας είδωλο, στους κάμπους
Με τόσην αναστήσαμε άγρυπνη έννια!
Το Ρόδο θέλω να του πάω, και ξαίρω,
Πως στου βουνού τα πλάγια καρτερούνε
Οι Μαινάδες, που μόλις εγευτήκαν
Του Βασσαρέα Διόνυσου τη χάρη
Και του Σαβάζιου του ρυθμούς, κι «ειν’ όλος»,
Φωνάζουνε, «ο Διόνυσος δικός μας,
Και το δικό μας το Ρόδο» και προσμένουν
Να μου το πάρουν απ’ τα χέρια, κι όλα
Σκορπίζοντας τα φύλλα του, κι εμένα
Σφάγιο τ’ Οργίου τους να με σύρουν. Κι όμως
Το Ρόδο πρέπει αυγή στο κορφοβούνι
Να φέρω του Παγγαίου, και να το φέρω
Δίχως οργή, αλαφρός, γαλήνιος, μόνος,’
Γεμάτος απ’ το θάμα του, γεμάτος
Από την πλέρια του ευωδιά, γεμάτος
Από την άγια συμμετρία του, όλος
Γεμάτος απ’ τη γνώρα του και μόνο.
Και τι να πω αύριο στον Ήλιο; «Σήκω,
Σαΐτεψε το φίδι, πώχει αφήκει
Η παλιά φιδομάνα και που τώρα
Πάλι τη γην ολόγυρα γυρεύει
Στις δίπλες του σφιχτά για να τυλίξει»;
«Ξύπνα», να πω, «Τιτάνα Εσύ, και πάλι,
Κυκλόφερε τα θεία πατήματά Σου,
Τα θεία Σου τα σκιρτήματα τριγύρω
Στο φοβερό ερπετό που ξαναζώνει
Τη γη κι ο οσκρός του αρχίνισε να τρέχει
Στις θείες πηγές Σου, φαρμακώνοντάς τις»;
Τέτια να πω τη μέρα, που να πάω
Μπροστά του πρέπει ανόργιστος, γαλήνιος,
Γεμάτος απ’ τη γνώρα του, γεμάτος
Από την άγια λάμψη του, γεμάτος
Από το φως το μάγο του, γεμάτος
Ακέριος απ’ το θάμα του και μόνο;
Τι αλλοίμονο, αν δεν πάω εγώ το Ρόδο
Στου μυστικού του γυρισμού τη μέρα,
Που, διασκελώντας τα υπερβόρεια πλάτη,
Παντέχει μόνο αγνάντια του ένα χέρι
Να του γνέψει: «Είμαι εδώ και Σε προσμένω»!
Και πως, το Ρόδο αν αύριο δεν του πάω,
Κατόπιν από με κανείς θ’ ανέβει,
Άντρας ή λαός, το χάος για να μαγέψει
Με την κρυφή του λάτρα κι από πάνω
Να γυρίσει γαλήνιος και μεγάλος
Στα σκοτεινά τα βάραθρα;
Ω καλοί μου,
Όλο ν’ αθλεί και να μη λέει ποτέ του
Κανένας πως νικά γιατί, όση νάναι
Η νίκη και η θυσία, θα νάναι πάντα
Μικρά μπροστά στον Έρωτα.
Ώ καλοί μου,
Σε λίγο Σας αφήνω, και τι τάχα
Για παρηγόρια να Σας πω; Είστε οι λίγοι
Σπόροι μιας άμετρης σποράς, νανθίσει
Που θα ν’ αργήσει αιώνες; Μα είστε οι σπόροι
Ενός ακέριου λυτρωμού, και φτάνει.
Κι, ω αγαπημένοι, αν θα δειπνήσω απόψε,
Σ’ ομοφαγία κρυφά μαζί Σας τ’ άγιο
Ψωμί και το Κρασί, τα φύλλα ακόμα
Του πρώτου του εκατόφυλλου, που σ’ Ένα
Την αναπνιά μας έσμιξε, κι αν τώρα
Ξερό ‘ναι, όλο και πιότερο ευωδάει,
Πηγή της τέλειας Μνήμης και του Πόνου
Και του Σκοπού, να Σας τ’ αφήσω θέλω,
Να Σας θυμίζει, κι απ’ τα βάθη του Άδη,
Τα μυστικά σκαλιά, που η κάθε Μούσα
Φυλάει κρυφά κι αλλάζει τ’ όνομά της
Καθώς του Διόνυσου και να, από μνήμη
Σε μνήμη, ο λογισμός Σας ν’ ανεβαίνει,
Και οι αιστήσεις και το θάρρος Σας κι η πνοή Σας,
Ως την ψηλή κορφή, που πια δε φτάνει
Τ’ άγιο Κρασί, τι ανοίγει πια στο νου Σας
Η ανάπνια, που όλα Σας τα δίνει σ’ Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Κι αυτή νάναι η ώρα
Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά Σας,
Κι η ώρα του Ορφέα νάναι σε Σας για πάντα,
Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα
Και λυτρωμός τεράστιος, θα Σας μπάζει
Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,
Τι θάναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση
Της καρδιάς Σας για πάντα αναστημένη!
Μα να, βραδιάζει ο Έσπερος εφάνη
Στον ουρανό κι είναι μακρύς ο δρόμος
Ως την κορφή. Τα χέρια δόστε τώρα
Ανάμεσό Σας και στεριώστε πάλι
Τη μαγικήν ασύντριφτη αλυσίδα,
Που με τον Όρκο εδέσατε τη νύχτα
Την πρώτη, που ολοφάνερα μπροστά Σας
Μέσα στα ουράνια δούλευε ο Πατέρας,
Τα σκότη οργώνοντας βαθιά, κι ο νους Σας
Δέχτη τα πρώτα φέγγη του κι ο πόθος
Ο μυστικός, από τη μαύρη βάση
Της γης, τινάχτη ως δόρυ πέρα απ’ τάστρα!
Κι εγώ τη Λύρα θα κρατήσω ακόμα
Για Σας απόψε μια φορά. Σκωθήτε,
Τι σκοτεινιάζει ο Έσπερος εφάνη
Χτυπάτε τις ασπίδες Σας κι αρχίστε
Το μυστικό πυρρίχιο το στερνό μου.
Τις ασπίδες χτυπάτε. Όρθιοι στον Όρθιο
Της ψυχής Σας Σκοπό. Κι αρχίστε αγάλι
Το φοβερό Χορό του Τέλειου Νόμου.
Τραγουδήστε τον Όρκο. Αυτόν αφήνω
Στον τόπο μου. Κι ακέρια την ψυχή Σας
Μεσ’ στον τιτάνα αιθέρα ριζωμένη
Κρατείτε πια. Ορφανά παιδιά, χορεύτε!
Την άγια Λύρα εχτύπησα. Ορκιστήτε!
(Όρθιος ο Ορφέας κρούει τη λύρα. Οι πολεμιστές σηκώνουν τις ασπίδες τους και αρχούνται γύρωθέν του. Τραγουδάν).
ΧΟΡΟΣ
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός
Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ’ ως το χνάρι
Το πρώτο του αχνοχάραξεν η χάρη
Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,
Γέμισε αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,
Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως.
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Με θεούς κι ανθρώπους δένουμε τα χέρια εδώ,
Τι πάνω από των χρόνων και των τόπων
Τα σύνορα την άγια Σου επωδό
Μας χάρισες. Απ’ τ’ άραχλο σκοτάδι
Του πόνου μας ελέησες τη χαρά,
Μονάκριβη σα νάβγαινε απ΄τον Άδη
Με κρύφια παντοδύναμα φτερά.
Κι απ’ το βαθύ Σου αμέτρητο βασίλειο,
Ακούραστο Τιτάνα κάθε αυγή,
Απάνω από τις έχθρητες τον Ήλιο,
Ν’ αγκαλιάζει στα χέρια του τη Γη.
Κι από τη γην εμείς, που η άγια μέθη
Μας ύψωσε ως το μέγα μυστικό,
Που απ’ ουρανό και γην αντάμα εδέθη
Το Ρόδο, ω Νύχτα, τούτο το Ορφικό,
Της πιο κρυφής φροντίδας μας το θρέμα,
Τ’ ορκιζόμαστε, πάνω από ναούς,
Να το ποτίσουμε όλο μας το γαίμα,
Για να το δώσουμε αύριο στους λαούς.
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός
Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ’ ως το χνάρι
Το πρώτο του αλαφρόγραψεν η χάρη
Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,
Γιομίζει αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,
Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως!
17 Μαρτίου 2012
Μακεδονία
Μακεδονία του Αλεξάνδρου και του Αστεροπάιου η Χώρα!
Μακεδονία και Ελλάδα.
Ποτέ αυτές οι δύο έννοιες δεν γύρισαν την πλάτη η μία στην άλλη.
Πάντα η μία κοιτούσε την άλλη στα μάτια.
Ελλάδα και Μακεδονία.
Είναι έννοιες ταυτόσημες. Αν γράψω τη λέξη Μακεδονία το βιβλίο που θα χωρέσει αυτήν τη λέξη είναι Ελλάδα.
Μακεδονία είναι Σπάρτη, Αθήνα, Κρήτη, Δελφοί, Κύπρος, Σαμοθράκη, Λήμνος.
Ελλάδα είναι μια μεγάλη αγκαλιά.
Αυτο πραγματικά είναι.
Ελλάδα είναι η αγκαλιά της μητέρας, του πατέρα, του ΘΕΟΥ.
Ελλάδα είναι τα πάντα.
Αστεροπαίος.
24 Φεβρουαρίου 2012
Ευχίδας 479πχ - ΠΛΑΤΑΙΕΣ
Πως μπορείς να ξεχάσεις ενα τόσο Ιερό Έλληνα;
ΕΥΧΙΔΑΣ το όνομα του και σίγουρα δε μπορεί να ξεχαστεί, καταφέρνει και θα το κάνει πάντα να ζεί στις σκέψεις μας, στην καρδιά μας, να μας εμπνέει και να μας οδηγεί όπως μόνο αυτός ξέρει στο μεγάλο δρόμο της ΖΩΗΣ για να φτάσουμε στο τέλος ΕΚΕΙ στην Αθανασία.
Καλοκαίρι του 479 π.Χ. και η Μάχη των Πλαταιών μόλις έχει τελειώσει.
Οι Έλληνες για μια φορά ακόμα κατάφεραν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες εισβολείς.
Οι Πλαταιείς πολίτες θεωρούν ότι ο τόπος τους μολύνθηκε από την παρουσία των βαρβάρων εισβολέων και συμφωνούν στο ότι το άσβεστο πυρ της πόλης θα πρέπει να αντικατασταθεί με νέο από τους Δελφούς.
Το έργο αναλαμβάνει ο οπλίτης ημεροδρόμος Ευχίδας, ο οποίος καλείται να πάει τρέχοντας μέχρι τους Δελφούς και να επιστρέψει φέρνοντας καθαρή καινούργια φωτιά, που θα την πάρει από το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο Ευχίδας ξεκινά και περνώντας δάση, βουνά και ρεματιές, φτάνει στον προορισμό του, θα εξαγνιστεί στην Κασταλία Πηγή, θα φορέσει δάφνινο στεφάνι, θα πάρει το Ιερό Πυρ και θα επιστρέψει σε 24 ώρες στις Πλαταιές για να το παραδώσει, αφήνοντας εκεί την τελευταία του πνοή, πριν τον δεχτούν οι Θεοί ανάμεσά τους. Αθάνατος!
Ο ηρωικός ημεροδρόμος έτρεξε σύμφωνα με τις μαρτυρίες, περίπου 1.000 στάδια (δηλαδή περίπου 200 χιλιόμετρα!!
Ελληνες και Αθανασία ταυτόσημες ένοιες στις Πλαταιές του 497πχ.
Ευχίδα σε ευχαριστούμε!
Αστεροπαίος.
ΕΥΧΙΔΑΣ το όνομα του και σίγουρα δε μπορεί να ξεχαστεί, καταφέρνει και θα το κάνει πάντα να ζεί στις σκέψεις μας, στην καρδιά μας, να μας εμπνέει και να μας οδηγεί όπως μόνο αυτός ξέρει στο μεγάλο δρόμο της ΖΩΗΣ για να φτάσουμε στο τέλος ΕΚΕΙ στην Αθανασία. Καλοκαίρι του 479 π.Χ. και η Μάχη των Πλαταιών μόλις έχει τελειώσει.
Οι Έλληνες για μια φορά ακόμα κατάφεραν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες εισβολείς.
Οι Πλαταιείς πολίτες θεωρούν ότι ο τόπος τους μολύνθηκε από την παρουσία των βαρβάρων εισβολέων και συμφωνούν στο ότι το άσβεστο πυρ της πόλης θα πρέπει να αντικατασταθεί με νέο από τους Δελφούς.
Το έργο αναλαμβάνει ο οπλίτης ημεροδρόμος Ευχίδας, ο οποίος καλείται να πάει τρέχοντας μέχρι τους Δελφούς και να επιστρέψει φέρνοντας καθαρή καινούργια φωτιά, που θα την πάρει από το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο Ευχίδας ξεκινά και περνώντας δάση, βουνά και ρεματιές, φτάνει στον προορισμό του, θα εξαγνιστεί στην Κασταλία Πηγή, θα φορέσει δάφνινο στεφάνι, θα πάρει το Ιερό Πυρ και θα επιστρέψει σε 24 ώρες στις Πλαταιές για να το παραδώσει, αφήνοντας εκεί την τελευταία του πνοή, πριν τον δεχτούν οι Θεοί ανάμεσά τους. Αθάνατος!
Ο ηρωικός ημεροδρόμος έτρεξε σύμφωνα με τις μαρτυρίες, περίπου 1.000 στάδια (δηλαδή περίπου 200 χιλιόμετρα!!
Ελληνες και Αθανασία ταυτόσημες ένοιες στις Πλαταιές του 497πχ.
Ευχίδα σε ευχαριστούμε!
Αστεροπαίος.
27 Ιανουαρίου 2012
Οι Γαλάτες στην Ελλάδα
Στο πρωτο μισο του 3ου πχ αιωνα ο χωρος της κλασσικης Ελλαδας γνωριζε οικονομικη και δημογραφικη παρακμη, αντιθετα με τον Ελληνιστικο κοσμο που διαιρεμενος σε 3 -κυριως- μεγαλα κρατη ανθουσε οικονομικα , δημογραφικα και επιστημονικα. Οι Πτολεμαιοι στην Αιγυπτο ηγουντο ενος πληθυσμου 10 εκατομμυριων ανθρωπων , οι Σελευκιδες στην Ασια 30 εκατομμυριων και οι Αντιγονιδες στην Μακεδονια 4 εκατομμυριων , και παρολο που τα συνορα των κρατων τους ηταν καπως ``ρευστα `` εν τουτοις σε γενικες γραμμες παρεμεναν σταθερα.[Υπολογισμοι Μπελοχ για την συγκεκριμενη χρονικη περιοδο ].
Στην Ελλαδα αν και η αντιληψη της πολης-κρατους υπηρχε ακομη ,εν τουτοις σιγα σιγα υποχωρουσε μπροστα σε μια νεα αντιληψη …αυτη της ενιαιας ανεξαρτητης Ελλαδας.. Το 290πχ σχηματιζεται η Αιτωλικη συμπολιτεια απο πολεις -κρατη της Κεντρικης Ελλαδας και το 280 η Αχαικη απο αυτες της Βορειας Πελοποννησου [κι αργοτερα κι απο αλλες που ενωθηκαν με αυτη]. Σκοπος και των δυο συμπολιτειων ηταν η προστασια των πολεων τους απο ξενες επικυριαρχιες.
Ο Ελληνικος πολιτισμος κι η Ελληνικη γλωσσα κυριαρχουσε στο μεγαλυτερο μερος του αρχαιου κοσμου . Στην Αθηνα η Ακαδημια και το Λυκειο λειτουργουσαν και μολο που δεν μπορουσαν να ξεπερασουν τα μεγαλα επιτευγματα του 5ου και 4ου αιωνα , η λειτουργια τους δεν ειχε σχεση μονο με τον σχολιασμο της σκεψης του παρελθοντος . Ο γεννημένος στην Σάμο και Αθηναίος πολίτης Επικουρος διδασκε την αναζητηση της « ηδονης » μεσα απο την ψυχολογικη ικανοποιηση και την απουσια του πονου ,οι Κυνικοι μιλουσαν για περιφρονηση στην συμβατικοτητα και απεξαρτηση απο τον υλικο κοσμο και οι Στωικοι προτειναν στον ανθρωπο να δεχεται ολα οσα του επεβαλλε η μοιρα και να ειναι γενναιος οχι για τις συνεπειες της γενναιοτητας του αλλα για την εγγενη αξια της γενναιοτητας-αυτοσκοπου. Στην Αλεξανδρεια των Πτολεμαιων ο Ερατοσθενης υπολογιζε το μεγεθος της Γης , κι ο Ηρων ανακαλυπτε την ατμομηχανη. Ο Αρχιμηδης γινοταν διασημος στις Συρρακουσες που ασφυκτιουσαν αναμεσα στην Καρχηδονα και στην Ρωμη η οποια τωρα εδειχνε να εχει συνελθει απο την καταληψη της ενα αιωνα πριν , απο τους Κελτες του Βρενου , που αποχωρησαν μονο μετα απο την καταβολη υπερογκων λυτρων.
Οι Κελτες κυριαρχουσαν στην κεντρο-δυτικη Ευρωπη απο τον Ατλαντικο μεχρι τον Δουναβη. Το ετος 280 πχ ο στρατηγος του Αλεξανδρου Σελευκος δολοφονηθηκε απο τον γιο του Πτολεμαιου , Πτολεμαιο Κεραυνο ο οποιος στεφθηκε βασιλεας της Μακεδονιας. Οι Κελτες που ζουσαν κοντα στον Δουναβη και στην Αδριατικη ειχαν υποσχεθει στον Αλεξανδρο να μεινουν πιστοι φιλοι του μεχρι να ανοιξει η Γη και να τον καταπιει. Η υποσχεση αυτη - που την κρατησαν , οπως και καποια αλλη αργοτερα στον Νικομηδη της Βιθυνιας - δεν τους δεσμευε πια . Και εκριναν πως ηταν καταλληλη η εποχη για να επιτεθουν στο Νοτο. Χωριστηκαν σε 3 πολυαριθμες ορδες , απο τις οποιες η μια με αρχηγο τον Κερεθριο χτυπησε την Θρακη , η δευτερη υπο τον Βολγιο [ κατ` αλλους Βελγιο ] επετεθη στην Μακεδονια , και η τριτη με αρχηγο καποιον που ειχε το ιδιο ονομα με τον πορθητη της Ρωμης 100 χρονια πριν ,τον Βρενο, προχωρησε νοτιοτερα στην περιοχη της Παιονιας που εκτεινονταν απο την Ημαθεια μεχρι το Παγγαιο. Ο Πτολεμαιος Κεραυνος στην προσπαθεια του να τους αποκρουσει υπεστη σοβαρες απωλειες και επεσε κι ο ιδιος στο πεδιο της μαχης , κατα τον Παυσανια. Συμφωνα με αλλες μαρτυριες αιχμαλωτιστηκε και εχασε την ζωη του με φριχτο τροπο « …διασπαραχθεις υπο των Γαλατων ..» [ Ιουστινος , Μεμνων]. Την κατασταση εσωσε ο γενναιος Μακεδονας στρατηγος Σωσθενης που διακριθηκε στις μαχες και που οταν μετα απο αλλεπαληλες διαδοχες του θρονου , του προσφερθηκε το στεμμα της Μακεδονιας , αρνηθηκε , με συνεπεια η Μακεδονια να γνωρισει την πρωτη και τελευταια -συντομη- Δημοκρατια της. Οι Κελτες , που απο τωρα πια ονομαζονται και Γαλατες απο τους Ελληνες , επεστρεψαν στις βασεις τους εχοντας λεηλατησει και καταστρεψει αλλα εγκαταλειποντας απορθητες τις οχυρες πολεις . Μετα απο την πρωτη αυτη επιδρομη ο Βρενος προσπαθησε επιμονα να πεισει τους Γαλατες για μια δευτερη και μεγαλυτερη ,νοτιοτερα. Και πειθοντας τους καταφερε το ετος 279 πχ , να μπει αρχηγος μιας δυναμης 210.000 πολεμιστων ακολοθουμενων απο τις οικογενειες τους , πραγμα που οδηγησε τους μελετητες της Ιστοριας στο βέβαιο πλέον συμπέρασμα πως η επιθεση ειχε σαν σκοπο την εγκατασταση στον Ελλαδικο χωρο και οχι μονο την λεηλασια. Ο Σωσθενης για αλλη μια φορα προσπαθησε , αλλα οι δυνατοτητες του εξω απο τις οχυρες πολεις ηταν περιορισμενες. Αστραπιαια και οργανωμενα οι Κελτες προελασαν στην Θεσσαλια διαπραττοντας πληθος « παρανομηματων » [=απανθρωπα εργα ] , σερνοντας μαζι τους τρομο και απελπισια , και εισχωροντας ολο και πιο βαθια στα Ελληνικα εδαφη. Φτανοντας στον Σπερχειο ποταμο βρηκαν τις γεφυρες κατεστραμενες απο τους Ελληνες , αλλα τις ξαναφτιαξαν γρηγορα και ξεκινησαν να λεηλατουν και να καταστρεφουν την περιοχη γυρω απο την Ηρακλεια.
Ηταν προχωρημένο φθινόπωρο του 279 πχ οταν ο Λεωνιδας σηκωθηκε υστερα απο 201 χρονια υπνου και ξανασταθηκε στις Θερμοπυλες. Αυτη την φορα ειχε πολλα ονοματα . Τον ελεγαν Καλλιππο κι ηταν Αθηναιος αρχιστρατηγος , γιος του Μοιροκλεους , τον ελεγαν Κηφισοδοτο ,Θεαριδα , Διογενη , Λυσανδρο κι ηταν αρχηγος των Βοιωτων, τον ελεγαν Κριτοβουλο,Τελέσαρχο , Αντιοχο κι ηταν Φωκευς πολέμαρχος , Μειδια κι ηταν Λοκρος , Ιππονικο κι ηταν απ `τα Μεγαρα , Πολυαρχο , Πολυφρωνα και Λακρατη κι ηταν Αιτωλος …
Τον ελεγαν Κυδία , κι ηταν εφηβος Αθηναιος , απλος στρατιωτης μεχρι την μερα εκεινη . Θρυλος κι Αθανατος *(βλ.σημ. τέλους) απο εκει κι υστερα . Ελειπαν οι Πελοποννησιοι . Ισως γιατι οπως καποιοι ιστορικοι πιστευουν προτιμουσαν να οργανωσουν την αμυνα στον Ισθμο.Ισως γιατι οπως καποιοι αλλοι πιστευουν [Μπελοχ] επιθυμουσαν την ηττα της Αιτωλικης Κοινοπολιτειας ετσι ωστε να προβληθουν οι ιδιοι στον Ελλαδικο χωρο σαν επικρατεστεροι.Μονο οι Πατρινοι βοηθησαν λιγο , μα κι αυτοι αργοτερα. Στην δυναμη των 25.000-30.000 Ελληνων **(βλ.σημ. τελους) που μαζευτηκαν εκει προστεθηκαν και 1000 μισθοφοροι που εστειλε ο Αντιγονος Γονατας ,εγγονος του Αντιγονου , που εν τω μεταξυ ειχε γινει βασιληας της Μακεδονιας , καθως και τριηρεις που αν και αρχικα η Ιστορια κατεγραψε σαν Αθηναικες ειναι πιθανοτερο να ηταν του Αντιγονου Γονατα μια και οι Αθηναιοι δεν ειχαν εκεινα τα χρονια πολεμικα πλοια. Τμημα των παραπανω 1000 μισθοφορων θεωρειται οτι εσταλη απο τον Αντιοχο τον Α` τον Σωτηρα , γιο του Σελευκου του Α`. Η μεγαλυτερη δυναμη των συνασπισμενων Ελληνων ηταν Αιτωλικη και αριθμουσε 7000 και κάποιους ιππείς γιά τους οποίους δεν διασώζεται ο αριθμός. Ο Βρενος με τους Γαλατες του , που οι περιγραφες της εποχης τους τους θελουν τρομερους πολεμιστες , ξανθους, σωματωδεις , ψηλους και ρωμαλεους , «με τρομερη ματια και ικανοτατους στη μαχη μεχρι τα βαθια τους γεραματα …»[κατα τον Αμμιανο Μαρκελλινο ] , ριχτηκε σε αυτους που συχνα η Ιστορια αναφερει ως « Ελληνες της παρακμης ».
Κι οι Θερμοπυλες κρατηθηκαν .
Οι Γαλατες δεν περασαν.
Γραφει ο Παυσανιας «Ενταυθα οι Ελληνες εν σιγη τε επηεασαν και εν κοσμω….οι δε [Γαλατες] εν οργη τε επι τους εναντιους και θυμω μετα ουδενος λογισμου καθαπερ τα θηρια εχωρουν». "
...εν σιγή τε επήεασαν και εν κόσμω..."
Κάθε φορά που διαβάζω αυτά λόγια ριγώ. Να στέκεσαι απέναντι σ` ένα εχθρό εφτά φορές πολυαριθμότερο , να τον βλέπεις να έρχεται καταπάνω σου ουρλιάζοντας "καθάπερ τα θηρία " και συ να μένεις σιωπηλός και κόσμιος , ακλόνητος στην αποφάσή σου να μην τον αφήσεις να περάσει .Δεν είναι πράγματα που γίνονται από ανθρώπους αυτά. Πρέπει να ΄χεις ξεφύγει γιά τα καλά. Τέλος πάντων, σε εκεινη την μαχη που ολοι οι αμυνομενοι εγιναν ηρωες επεσε ο Αθηναιος εφηβος Κυδίας .Η φαντασια αδυνατει να συλλαβει τι εκανε παραπανω απο ολους τους αλλους που εμαχοντο εκ των πραγματων υπερανθρωπα …. ενας προς επτα . Θα πρεπει παντως να πολεμησε ξεπερνωντας καθε ανθρωπινο μετρο , γιατι ξεχωρισε σαν καλυτερος απο ολους και το ονομα του εμεινε στη μνημη των Ελληνων σαν συνωνυμο του ηρωισμου , με συνεπεια η ασπιδα του να στολιζει για τα επομενα 150 χρονια τη στοα του Ελευθεριου Διος . Εμειναν οι Γαλατες επτα μερες μπροστα στις Θερμοπυλες και υστερα εστειλαν μια δυναμη να ανεβει στην Οιτη , «ανελθειν ες εις Οιτην επεχειρησε κατα Ηρακλειαν ..» [κατ`αλλους για να λεηλατησουν ενα ιερον που υπηρχε εκει.]. Εκει τους περιμενε ο Τελεσαρχος ο «ανηρ ειπερ τις και αλλος προθυμος ες τα Ελληνων » με τους Φωκεις του και τους τσακισε , πεφτοντας ομως κι ιδιος στη μαχη. Οι Γαλατες σαν να αρχισαν να το ξανασκεφτονται. Αλλιως τα περιμεναν τα πραγματα , αλλες πληροφοριες ειχαν. Δεν μπορουσαν να καταλαβουν πως αντιστεκονται τοσο αποτελεσματικα καποιοι που εθεωρουντο «αδυναμοι και παρακμασμενοι ».
Ο Βρενος αποφασισε να χτυπησει την Αιτωλια σε μια προσπαθεια να αναγκασει τους Αιτωλους να φυγουν απο τις Θερμοπυλες για να υπερασπιστουν τα σπιτια τους , αποδυναμωνοντας ετσι τους αμυνομενους στα στενα. Εστειλε ενα σωμα απο 40.000 πεζους και 800 ιππεις να χτυπησουν την καρδια της Αιτωλιας. Κι οι Αιτωλοι που ετρεξαν να προστατεψουν τα σπιτια τους , μαζι με τις γυναικες και τους γερους της Αιτωλιας που οπλιστηκαν και παραταχτηκαν εκουσια , βρηκαν αυτη την φορα βοηθεια απο τους Πατρινους. Οι Γαλατες επιδρομεις γυρισαν πισω στις Θερμοπυλες νικημενοι ξανα και με βαρυτατες απωλειες . Επεστρεψαν «ελασσονες ημισεων» . Ο Βρενος με το πεισμα που τον χαρακτηριζε καταφερε και βρηκε τον Εφιαλτη του. Αυτη την φορα ηταν οι Ηρακλεωτες και οι Αινιανες για τους οποιους ο Παυσανιας λεει οτι προδωσαν την μυστικη ατραπο που περναγε δια μεσου της Οιτης οχι απο «κακονοια » για τους Ελληνες αλλα για να βγαλουν απο την περιοχη τους τους Γαλατες που ειχαν εγκατασταθει εκει λεηλατωντας καταστρεφοντας και σκοτωνοντας. Οπως και να εχει οι Γαλατες περασαν απο πισω και οταν οι φυλακες της ατραπου Φωκεις [ οπως και το 480πχ] τους αντιληφθηκαν , λιγα μπορουσαν να κανουν περα απο το να τρεξουν και να ειδοποιησουν τους υπολοιπους Ελληνες για την κυκλωτικη κινηση των εχθρων. Πολυ σοφα αυτη την φορα οι Ελληνες επελεξαν να εγκαταλειψουν τα στενα και να τρεξουν να υπερσπιστουν τις ιδιατερες πατριδες τους.
Οταν θυσιαστηκε ο Λεωνιδας , υπηρχε πισω του το συνολο των Ελληνικων δυναμεων. Το 279πχ πισω απο τους μαχομενους στις Θερμοπυλες δεν υπηρχε καμμια στρατιωτικη δυναμη , μεχρι τον Ισθμο. Περνωντας τις Θερμοπυλες ο Βρενος στραφηκε γρηγορα προς τους Δελφους προπομπός της κύριας Γαλατικής δύναμης που με αρχηγό τον Ακιχώριο ακολουθούσε . Οι κατοικοι των Δελφων ζητησαν προστασια στο «χρηστηριον» , ενω οι Φωκεις και 400 μαχητες της Αμφισσας ετρεξαν να βοηθησουν στην αμυνα μαζι με λιγους Αιτωλους. Ο κυριος ογκος του Αιτωλικου στρατου εμεινε πισω απο τους εχθρους για να χτυπαει ασταματητα τις οπισθοφυλακες τους. Ανταρτοπόλεμος επικός που είχε ως συνέπεια να καθυστερήσει ολέθρια η ένωση του στρατιωτικού σώματος του Βρένου με αυτό του Ακιχωρίου. Ο Βρενος που για αλλη μια φορα φανταστηκε μια ευκολη νικη συναντησε λυσσωδη αντισταση και οι Δελφοι κρατησαν. Λεηλατήθηκαν αλλά δεν παραδόθηκαν .
Και τοτε ….εγινε σεισμος και χτυπησε αγρια θύελλα με κεραυνους . Πετρες αρχισαν να πεφτουν απο τον Παρνασσο και να πλακωνουν τους βεβηλους επιδρομεις. Την νυχτα τα πραγματα εγιναν δυσκολοτερα για αυτους. Και το πρωι οι Φωκεις που ηξεραν καλα τον τοπο , αντεπιτεθηκαν από μονοπάτια μυστικά .Οι Φωκείς που πολεμούσαν για τον τόπο τους .Για τα παιδιά και τις γυναίκες τους .Για το ιερό των Δελφών τους . Οι Γαλατες παρολη την κουραση και την απογοητευση αντισταθηκαν στην αρχη αλλα οταν οι λίγοι αλλά ασυγκράτητοι Φωκείς κατάφεραν να τραυματίσουν τον ίδιο τον Βρένο , οι μαχητές του κατερρευσαν.Κι άρχισαν να υποχωρούν. Κι οταν ξαναηρθε η νυχτα κυριευτηκαν απο Πανικο-φόβο σταλμένο απ` τον θεό Πάνα . Αρχισαν να φανταζονται οτι ακουν καλπασμους επιτιθεμενων Ελληνων και κλαγγη οπλων . Και αρχισαν απο τον τρομο τους να αλλησκοτωνονται ,«ουτε γλωσσης της επιχωριου συνιεντες ουτε τας αλληλων μορφας ουτε των θυρεων καθορωντες τα σχηματα ..» , εκλαμβανοντες τους συντροφους τους ως Ελληνες .
Έξι χιλιάδες απο αυτους σκοτωθηκαν στη μαχη και δέκα χιλιάδες σκοτωθηκαν απο το σεισμο την καταιγιδα και τον Πανικο. Οσοι εμειναν αρχισαν να οδευουν βορεια προσπαθωντας να γυρισουν στους τοπους τους , αλλα τωρα ηταν η σειρα των Ελληνων να παρουν επιθετικες πρωτοβουλιες. Οι Αθηναιοι τους κυνηγουσαν χτυπωντας τους συνεχως απο πισω, οι Αιτωλοι τους πλευροκοπουσαν και οταν εφτασαν στο Σπερχειο βρηκαν τους Θεσσαλους και τους Μαλιεις να τους περιμενουν , προσδοκωντας να εξοφλησουν χρεη που ειχαν ανοιξει περνωντας απο τη γη τους . Οι Θεσσαλοι και οι Μαλιεις τους χτυπησαν «ως μηδενα οικαδε αποσωθηναι ..»(Παυσανίας ,Φωκικά). Κατα τον Αβ. Ρανοβιτς το τελειωτικο χτυπημα τους το εδωσε ο Αντιγονος Γονατας στη Λυσιμαχεια το 277 πχ. Οποιος και να τους αποτελειωσε το θεμα ειναι οτι οπως γραφει ο Διοδωρος Σικελιώτης «απαντες διεφθαρησαν , και ουδεις υπελειφθη απελθειν οικοι ». Ο ιδιος ο Βρενος αυτοκτονησε με το σπαθι του αφου ηπιε μεγαλη ποσοτητα απο «ακρατον οινον», αναγορευοντας λιγο πριν τον θανατο του σε νεο αρχηγο τον Ακιχωριο , και δινοντας σαν τελευταια διαταγη να σκοτωθουν οι τραυματιες και να επιστρεψουν στον τοπο τους οσοι τα καταφερουν.
Οι ελαχιστοτατοι που ισως γλυτωσαν ενωθηκαν με αλλους πιο βορεια και ενα η δυο χρονια αργοτερα περασαν στην Μ.Ασια . Ηταν 10.000 συνοδευομενοι απο τις γυναικες και τα παιδια τους , που υποσχομενοι φιλία στον Νικομηδη τον βασιλεα της Βιθυνιας και τους απογονους του εγκατασταθηκαν στην Ανατολια. Την υποσχεση τους την κρατησαν (κατά κανόνα είχαν τιμή και λόγο) και βρεθηκαν να πολεμουν στο πλευρο του , εναντιον του Αντιοχου του Σωτηρα , χανοντας ομως για αλλη μια φορα τον πολεμο. Προκειται για τους ανθρώπους προς τους οποιους 3 αιωνες αργοτερα θα απευθυνει την «προς Γαλατας » επιστολη του ο Απ. Παυλος . Οι ίδιοι άλλωστε αποτελούν τους πρωταγωνιστές της παρακάτω ενδιαφέρουσας ιστορίας : Τον 3ο πχ αιώνα ο Μιθριδάτης του Πόντου χρειάστηκε συμμάχους στην πολεμική εμπλοκή του με τον Πτολεμαίο Β' της Αιγύπτου .Κάλεσε λοιπόν τους εν λόγω Γαλάτες με συνέπεια αυτοί να καταφέρουν σε εκείνο τον πόλεμο σοβαρό πλήγμα στον Αιγυπτιακό στόλο αποσπώντας ως λάφυρα τις άγκυρες των πλοίων του. Γιά το επίτευγμά τους αυτό ο Στέφανος ο Βυζάντιος , χρησιμοποιώντας σαν πηγές τον Στράβωνα και τον Πολυίστωρα , έγραψε στην "Γεωγραφία " του ότι ο Μιθριδάτης τους αντάμειψε με εδάφη γύρω από μιά πόλη που οι Γαλάτες την ονόμασαν Άγκυρα , από τα λάφυρα που τους την χάρισαν . Πρόκειται βέβαια για την σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας .
Λίγες πληροφορίες ακόμη γιά τους Γαλάτες που εγκαταστάθηκαν στην Μ. Ασία κατόπιν πρόσκλησης του Νικομήδη.
Έγιναν γνωστοί στους Ρωμαίους ως Γαλλογραικοί( Gallograeci)διότι ήταν δίγλωσσοι. Ότι σώθηκε γραφτό απ` αυτούς είναι γραμμένο στα ελληνικά.
Έφτιαξαν κράτος που τελικά απορροφήθηκε από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Επηρεάστηκαν σηματικά από τον ελληνικό πολιτισμό σε βαθμό που ο τελευταίος τους βασιλιάς να λέγεται Αμύντας,αλλά δεν έχασαν την εθνική τους ταυτότητα. Διατήρησαν την ταυτότητά τους γιά πολύ καιρό μετά
* "Είμαι του Κυδία η τιμημένη ασπίδα
που ακόμη αποζητώ τα νιάτα που του στέρησαν
εμένα κράταγε στο χέρι του τ`αριστερό
τότε που στεφανώθηκε τη δόξα
στης μάχης με τους Γαλάτες την κρισιμότερη στιγμή"
Το επίγραμμα το βρίσκει κανείς στον Παυσανία(Φωκικά , Δελφοί) . Η απόδοσή του στα νεοελληνικά είναι δική μου.
** Ο αριθμός των Ελλήνων αν προσθέσει κανείς τους αριθμούς που δίνει ο Παυσανίας είναι 25.000 μαχητές. Όμως σ` αυτούς πρέπει να προστεθούν Μεγαρείς και Αιτωλείς ιππείς οι οποίοι αναφέρονται χωρίς να προσδιορίζεται ο αριθμός τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι Έλληνες δεν θα πρέπει να ξεπερνούσαν τους 30.000 κυριότερες
----------------------------------------
Πηγες : Παυσανιας (Φωκικά, Δελφοί )
Π. Κανελλοπουλου , Ιστορια της Αρχαιας Ελλαδος
Peter Bersesford Ellis , Κέλτες και Έλληνες
Μαρκος Ιουνιανος Ιουστινος [Τroyi Pompei Historiarum philippicarum Epitoma ]
Αβ. Ρανοβιτς , Η Ελληνιστικη Εποχη
J.M. Roberts , Παγκοσμια Ιστορια
Εγκ. Παυλου Δρανδακη
Microsoft Encarta 97 Encyclopedia
Εγκ. Ελευθερουδακη
Διοδωρος Σικελιωτης
Στραβων
I. Δρουσεν , Ιστορια των Διαδοχων [μετ . Ι. Πανταζιδου]
Thiery , Histoire des Gaulois
Τ . Livius [38.16]
M.T. Cicero [ de divinatione I.37 ]
Πηγή.
http://rudyk-nikos13galanisgmail.blogspot.com/2011/12/3_18.html
Στην Ελλαδα αν και η αντιληψη της πολης-κρατους υπηρχε ακομη ,εν τουτοις σιγα σιγα υποχωρουσε μπροστα σε μια νεα αντιληψη …αυτη της ενιαιας ανεξαρτητης Ελλαδας.. Το 290πχ σχηματιζεται η Αιτωλικη συμπολιτεια απο πολεις -κρατη της Κεντρικης Ελλαδας και το 280 η Αχαικη απο αυτες της Βορειας Πελοποννησου [κι αργοτερα κι απο αλλες που ενωθηκαν με αυτη]. Σκοπος και των δυο συμπολιτειων ηταν η προστασια των πολεων τους απο ξενες επικυριαρχιες.
Ο Ελληνικος πολιτισμος κι η Ελληνικη γλωσσα κυριαρχουσε στο μεγαλυτερο μερος του αρχαιου κοσμου . Στην Αθηνα η Ακαδημια και το Λυκειο λειτουργουσαν και μολο που δεν μπορουσαν να ξεπερασουν τα μεγαλα επιτευγματα του 5ου και 4ου αιωνα , η λειτουργια τους δεν ειχε σχεση μονο με τον σχολιασμο της σκεψης του παρελθοντος . Ο γεννημένος στην Σάμο και Αθηναίος πολίτης Επικουρος διδασκε την αναζητηση της « ηδονης » μεσα απο την ψυχολογικη ικανοποιηση και την απουσια του πονου ,οι Κυνικοι μιλουσαν για περιφρονηση στην συμβατικοτητα και απεξαρτηση απο τον υλικο κοσμο και οι Στωικοι προτειναν στον ανθρωπο να δεχεται ολα οσα του επεβαλλε η μοιρα και να ειναι γενναιος οχι για τις συνεπειες της γενναιοτητας του αλλα για την εγγενη αξια της γενναιοτητας-αυτοσκοπου. Στην Αλεξανδρεια των Πτολεμαιων ο Ερατοσθενης υπολογιζε το μεγεθος της Γης , κι ο Ηρων ανακαλυπτε την ατμομηχανη. Ο Αρχιμηδης γινοταν διασημος στις Συρρακουσες που ασφυκτιουσαν αναμεσα στην Καρχηδονα και στην Ρωμη η οποια τωρα εδειχνε να εχει συνελθει απο την καταληψη της ενα αιωνα πριν , απο τους Κελτες του Βρενου , που αποχωρησαν μονο μετα απο την καταβολη υπερογκων λυτρων.
Οι Κελτες κυριαρχουσαν στην κεντρο-δυτικη Ευρωπη απο τον Ατλαντικο μεχρι τον Δουναβη. Το ετος 280 πχ ο στρατηγος του Αλεξανδρου Σελευκος δολοφονηθηκε απο τον γιο του Πτολεμαιου , Πτολεμαιο Κεραυνο ο οποιος στεφθηκε βασιλεας της Μακεδονιας. Οι Κελτες που ζουσαν κοντα στον Δουναβη και στην Αδριατικη ειχαν υποσχεθει στον Αλεξανδρο να μεινουν πιστοι φιλοι του μεχρι να ανοιξει η Γη και να τον καταπιει. Η υποσχεση αυτη - που την κρατησαν , οπως και καποια αλλη αργοτερα στον Νικομηδη της Βιθυνιας - δεν τους δεσμευε πια . Και εκριναν πως ηταν καταλληλη η εποχη για να επιτεθουν στο Νοτο. Χωριστηκαν σε 3 πολυαριθμες ορδες , απο τις οποιες η μια με αρχηγο τον Κερεθριο χτυπησε την Θρακη , η δευτερη υπο τον Βολγιο [ κατ` αλλους Βελγιο ] επετεθη στην Μακεδονια , και η τριτη με αρχηγο καποιον που ειχε το ιδιο ονομα με τον πορθητη της Ρωμης 100 χρονια πριν ,τον Βρενο, προχωρησε νοτιοτερα στην περιοχη της Παιονιας που εκτεινονταν απο την Ημαθεια μεχρι το Παγγαιο. Ο Πτολεμαιος Κεραυνος στην προσπαθεια του να τους αποκρουσει υπεστη σοβαρες απωλειες και επεσε κι ο ιδιος στο πεδιο της μαχης , κατα τον Παυσανια. Συμφωνα με αλλες μαρτυριες αιχμαλωτιστηκε και εχασε την ζωη του με φριχτο τροπο « …διασπαραχθεις υπο των Γαλατων ..» [ Ιουστινος , Μεμνων]. Την κατασταση εσωσε ο γενναιος Μακεδονας στρατηγος Σωσθενης που διακριθηκε στις μαχες και που οταν μετα απο αλλεπαληλες διαδοχες του θρονου , του προσφερθηκε το στεμμα της Μακεδονιας , αρνηθηκε , με συνεπεια η Μακεδονια να γνωρισει την πρωτη και τελευταια -συντομη- Δημοκρατια της. Οι Κελτες , που απο τωρα πια ονομαζονται και Γαλατες απο τους Ελληνες , επεστρεψαν στις βασεις τους εχοντας λεηλατησει και καταστρεψει αλλα εγκαταλειποντας απορθητες τις οχυρες πολεις . Μετα απο την πρωτη αυτη επιδρομη ο Βρενος προσπαθησε επιμονα να πεισει τους Γαλατες για μια δευτερη και μεγαλυτερη ,νοτιοτερα. Και πειθοντας τους καταφερε το ετος 279 πχ , να μπει αρχηγος μιας δυναμης 210.000 πολεμιστων ακολοθουμενων απο τις οικογενειες τους , πραγμα που οδηγησε τους μελετητες της Ιστοριας στο βέβαιο πλέον συμπέρασμα πως η επιθεση ειχε σαν σκοπο την εγκατασταση στον Ελλαδικο χωρο και οχι μονο την λεηλασια. Ο Σωσθενης για αλλη μια φορα προσπαθησε , αλλα οι δυνατοτητες του εξω απο τις οχυρες πολεις ηταν περιορισμενες. Αστραπιαια και οργανωμενα οι Κελτες προελασαν στην Θεσσαλια διαπραττοντας πληθος « παρανομηματων » [=απανθρωπα εργα ] , σερνοντας μαζι τους τρομο και απελπισια , και εισχωροντας ολο και πιο βαθια στα Ελληνικα εδαφη. Φτανοντας στον Σπερχειο ποταμο βρηκαν τις γεφυρες κατεστραμενες απο τους Ελληνες , αλλα τις ξαναφτιαξαν γρηγορα και ξεκινησαν να λεηλατουν και να καταστρεφουν την περιοχη γυρω απο την Ηρακλεια.
Ηταν προχωρημένο φθινόπωρο του 279 πχ οταν ο Λεωνιδας σηκωθηκε υστερα απο 201 χρονια υπνου και ξανασταθηκε στις Θερμοπυλες. Αυτη την φορα ειχε πολλα ονοματα . Τον ελεγαν Καλλιππο κι ηταν Αθηναιος αρχιστρατηγος , γιος του Μοιροκλεους , τον ελεγαν Κηφισοδοτο ,Θεαριδα , Διογενη , Λυσανδρο κι ηταν αρχηγος των Βοιωτων, τον ελεγαν Κριτοβουλο,Τελέσαρχο , Αντιοχο κι ηταν Φωκευς πολέμαρχος , Μειδια κι ηταν Λοκρος , Ιππονικο κι ηταν απ `τα Μεγαρα , Πολυαρχο , Πολυφρωνα και Λακρατη κι ηταν Αιτωλος …
Τον ελεγαν Κυδία , κι ηταν εφηβος Αθηναιος , απλος στρατιωτης μεχρι την μερα εκεινη . Θρυλος κι Αθανατος *(βλ.σημ. τέλους) απο εκει κι υστερα . Ελειπαν οι Πελοποννησιοι . Ισως γιατι οπως καποιοι ιστορικοι πιστευουν προτιμουσαν να οργανωσουν την αμυνα στον Ισθμο.Ισως γιατι οπως καποιοι αλλοι πιστευουν [Μπελοχ] επιθυμουσαν την ηττα της Αιτωλικης Κοινοπολιτειας ετσι ωστε να προβληθουν οι ιδιοι στον Ελλαδικο χωρο σαν επικρατεστεροι.Μονο οι Πατρινοι βοηθησαν λιγο , μα κι αυτοι αργοτερα. Στην δυναμη των 25.000-30.000 Ελληνων **(βλ.σημ. τελους) που μαζευτηκαν εκει προστεθηκαν και 1000 μισθοφοροι που εστειλε ο Αντιγονος Γονατας ,εγγονος του Αντιγονου , που εν τω μεταξυ ειχε γινει βασιληας της Μακεδονιας , καθως και τριηρεις που αν και αρχικα η Ιστορια κατεγραψε σαν Αθηναικες ειναι πιθανοτερο να ηταν του Αντιγονου Γονατα μια και οι Αθηναιοι δεν ειχαν εκεινα τα χρονια πολεμικα πλοια. Τμημα των παραπανω 1000 μισθοφορων θεωρειται οτι εσταλη απο τον Αντιοχο τον Α` τον Σωτηρα , γιο του Σελευκου του Α`. Η μεγαλυτερη δυναμη των συνασπισμενων Ελληνων ηταν Αιτωλικη και αριθμουσε 7000 και κάποιους ιππείς γιά τους οποίους δεν διασώζεται ο αριθμός. Ο Βρενος με τους Γαλατες του , που οι περιγραφες της εποχης τους τους θελουν τρομερους πολεμιστες , ξανθους, σωματωδεις , ψηλους και ρωμαλεους , «με τρομερη ματια και ικανοτατους στη μαχη μεχρι τα βαθια τους γεραματα …»[κατα τον Αμμιανο Μαρκελλινο ] , ριχτηκε σε αυτους που συχνα η Ιστορια αναφερει ως « Ελληνες της παρακμης ».
Κι οι Θερμοπυλες κρατηθηκαν .
Οι Γαλατες δεν περασαν.
Γραφει ο Παυσανιας «Ενταυθα οι Ελληνες εν σιγη τε επηεασαν και εν κοσμω….οι δε [Γαλατες] εν οργη τε επι τους εναντιους και θυμω μετα ουδενος λογισμου καθαπερ τα θηρια εχωρουν». "
...εν σιγή τε επήεασαν και εν κόσμω..."
Κάθε φορά που διαβάζω αυτά λόγια ριγώ. Να στέκεσαι απέναντι σ` ένα εχθρό εφτά φορές πολυαριθμότερο , να τον βλέπεις να έρχεται καταπάνω σου ουρλιάζοντας "καθάπερ τα θηρία " και συ να μένεις σιωπηλός και κόσμιος , ακλόνητος στην αποφάσή σου να μην τον αφήσεις να περάσει .Δεν είναι πράγματα που γίνονται από ανθρώπους αυτά. Πρέπει να ΄χεις ξεφύγει γιά τα καλά. Τέλος πάντων, σε εκεινη την μαχη που ολοι οι αμυνομενοι εγιναν ηρωες επεσε ο Αθηναιος εφηβος Κυδίας .Η φαντασια αδυνατει να συλλαβει τι εκανε παραπανω απο ολους τους αλλους που εμαχοντο εκ των πραγματων υπερανθρωπα …. ενας προς επτα . Θα πρεπει παντως να πολεμησε ξεπερνωντας καθε ανθρωπινο μετρο , γιατι ξεχωρισε σαν καλυτερος απο ολους και το ονομα του εμεινε στη μνημη των Ελληνων σαν συνωνυμο του ηρωισμου , με συνεπεια η ασπιδα του να στολιζει για τα επομενα 150 χρονια τη στοα του Ελευθεριου Διος . Εμειναν οι Γαλατες επτα μερες μπροστα στις Θερμοπυλες και υστερα εστειλαν μια δυναμη να ανεβει στην Οιτη , «ανελθειν ες εις Οιτην επεχειρησε κατα Ηρακλειαν ..» [κατ`αλλους για να λεηλατησουν ενα ιερον που υπηρχε εκει.]. Εκει τους περιμενε ο Τελεσαρχος ο «ανηρ ειπερ τις και αλλος προθυμος ες τα Ελληνων » με τους Φωκεις του και τους τσακισε , πεφτοντας ομως κι ιδιος στη μαχη. Οι Γαλατες σαν να αρχισαν να το ξανασκεφτονται. Αλλιως τα περιμεναν τα πραγματα , αλλες πληροφοριες ειχαν. Δεν μπορουσαν να καταλαβουν πως αντιστεκονται τοσο αποτελεσματικα καποιοι που εθεωρουντο «αδυναμοι και παρακμασμενοι ».
Ο Βρενος αποφασισε να χτυπησει την Αιτωλια σε μια προσπαθεια να αναγκασει τους Αιτωλους να φυγουν απο τις Θερμοπυλες για να υπερασπιστουν τα σπιτια τους , αποδυναμωνοντας ετσι τους αμυνομενους στα στενα. Εστειλε ενα σωμα απο 40.000 πεζους και 800 ιππεις να χτυπησουν την καρδια της Αιτωλιας. Κι οι Αιτωλοι που ετρεξαν να προστατεψουν τα σπιτια τους , μαζι με τις γυναικες και τους γερους της Αιτωλιας που οπλιστηκαν και παραταχτηκαν εκουσια , βρηκαν αυτη την φορα βοηθεια απο τους Πατρινους. Οι Γαλατες επιδρομεις γυρισαν πισω στις Θερμοπυλες νικημενοι ξανα και με βαρυτατες απωλειες . Επεστρεψαν «ελασσονες ημισεων» . Ο Βρενος με το πεισμα που τον χαρακτηριζε καταφερε και βρηκε τον Εφιαλτη του. Αυτη την φορα ηταν οι Ηρακλεωτες και οι Αινιανες για τους οποιους ο Παυσανιας λεει οτι προδωσαν την μυστικη ατραπο που περναγε δια μεσου της Οιτης οχι απο «κακονοια » για τους Ελληνες αλλα για να βγαλουν απο την περιοχη τους τους Γαλατες που ειχαν εγκατασταθει εκει λεηλατωντας καταστρεφοντας και σκοτωνοντας. Οπως και να εχει οι Γαλατες περασαν απο πισω και οταν οι φυλακες της ατραπου Φωκεις [ οπως και το 480πχ] τους αντιληφθηκαν , λιγα μπορουσαν να κανουν περα απο το να τρεξουν και να ειδοποιησουν τους υπολοιπους Ελληνες για την κυκλωτικη κινηση των εχθρων. Πολυ σοφα αυτη την φορα οι Ελληνες επελεξαν να εγκαταλειψουν τα στενα και να τρεξουν να υπερσπιστουν τις ιδιατερες πατριδες τους.
Οταν θυσιαστηκε ο Λεωνιδας , υπηρχε πισω του το συνολο των Ελληνικων δυναμεων. Το 279πχ πισω απο τους μαχομενους στις Θερμοπυλες δεν υπηρχε καμμια στρατιωτικη δυναμη , μεχρι τον Ισθμο. Περνωντας τις Θερμοπυλες ο Βρενος στραφηκε γρηγορα προς τους Δελφους προπομπός της κύριας Γαλατικής δύναμης που με αρχηγό τον Ακιχώριο ακολουθούσε . Οι κατοικοι των Δελφων ζητησαν προστασια στο «χρηστηριον» , ενω οι Φωκεις και 400 μαχητες της Αμφισσας ετρεξαν να βοηθησουν στην αμυνα μαζι με λιγους Αιτωλους. Ο κυριος ογκος του Αιτωλικου στρατου εμεινε πισω απο τους εχθρους για να χτυπαει ασταματητα τις οπισθοφυλακες τους. Ανταρτοπόλεμος επικός που είχε ως συνέπεια να καθυστερήσει ολέθρια η ένωση του στρατιωτικού σώματος του Βρένου με αυτό του Ακιχωρίου. Ο Βρενος που για αλλη μια φορα φανταστηκε μια ευκολη νικη συναντησε λυσσωδη αντισταση και οι Δελφοι κρατησαν. Λεηλατήθηκαν αλλά δεν παραδόθηκαν .
Και τοτε ….εγινε σεισμος και χτυπησε αγρια θύελλα με κεραυνους . Πετρες αρχισαν να πεφτουν απο τον Παρνασσο και να πλακωνουν τους βεβηλους επιδρομεις. Την νυχτα τα πραγματα εγιναν δυσκολοτερα για αυτους. Και το πρωι οι Φωκεις που ηξεραν καλα τον τοπο , αντεπιτεθηκαν από μονοπάτια μυστικά .Οι Φωκείς που πολεμούσαν για τον τόπο τους .Για τα παιδιά και τις γυναίκες τους .Για το ιερό των Δελφών τους . Οι Γαλατες παρολη την κουραση και την απογοητευση αντισταθηκαν στην αρχη αλλα οταν οι λίγοι αλλά ασυγκράτητοι Φωκείς κατάφεραν να τραυματίσουν τον ίδιο τον Βρένο , οι μαχητές του κατερρευσαν.Κι άρχισαν να υποχωρούν. Κι οταν ξαναηρθε η νυχτα κυριευτηκαν απο Πανικο-φόβο σταλμένο απ` τον θεό Πάνα . Αρχισαν να φανταζονται οτι ακουν καλπασμους επιτιθεμενων Ελληνων και κλαγγη οπλων . Και αρχισαν απο τον τρομο τους να αλλησκοτωνονται ,«ουτε γλωσσης της επιχωριου συνιεντες ουτε τας αλληλων μορφας ουτε των θυρεων καθορωντες τα σχηματα ..» , εκλαμβανοντες τους συντροφους τους ως Ελληνες .
Έξι χιλιάδες απο αυτους σκοτωθηκαν στη μαχη και δέκα χιλιάδες σκοτωθηκαν απο το σεισμο την καταιγιδα και τον Πανικο. Οσοι εμειναν αρχισαν να οδευουν βορεια προσπαθωντας να γυρισουν στους τοπους τους , αλλα τωρα ηταν η σειρα των Ελληνων να παρουν επιθετικες πρωτοβουλιες. Οι Αθηναιοι τους κυνηγουσαν χτυπωντας τους συνεχως απο πισω, οι Αιτωλοι τους πλευροκοπουσαν και οταν εφτασαν στο Σπερχειο βρηκαν τους Θεσσαλους και τους Μαλιεις να τους περιμενουν , προσδοκωντας να εξοφλησουν χρεη που ειχαν ανοιξει περνωντας απο τη γη τους . Οι Θεσσαλοι και οι Μαλιεις τους χτυπησαν «ως μηδενα οικαδε αποσωθηναι ..»(Παυσανίας ,Φωκικά). Κατα τον Αβ. Ρανοβιτς το τελειωτικο χτυπημα τους το εδωσε ο Αντιγονος Γονατας στη Λυσιμαχεια το 277 πχ. Οποιος και να τους αποτελειωσε το θεμα ειναι οτι οπως γραφει ο Διοδωρος Σικελιώτης «απαντες διεφθαρησαν , και ουδεις υπελειφθη απελθειν οικοι ». Ο ιδιος ο Βρενος αυτοκτονησε με το σπαθι του αφου ηπιε μεγαλη ποσοτητα απο «ακρατον οινον», αναγορευοντας λιγο πριν τον θανατο του σε νεο αρχηγο τον Ακιχωριο , και δινοντας σαν τελευταια διαταγη να σκοτωθουν οι τραυματιες και να επιστρεψουν στον τοπο τους οσοι τα καταφερουν.
Οι ελαχιστοτατοι που ισως γλυτωσαν ενωθηκαν με αλλους πιο βορεια και ενα η δυο χρονια αργοτερα περασαν στην Μ.Ασια . Ηταν 10.000 συνοδευομενοι απο τις γυναικες και τα παιδια τους , που υποσχομενοι φιλία στον Νικομηδη τον βασιλεα της Βιθυνιας και τους απογονους του εγκατασταθηκαν στην Ανατολια. Την υποσχεση τους την κρατησαν (κατά κανόνα είχαν τιμή και λόγο) και βρεθηκαν να πολεμουν στο πλευρο του , εναντιον του Αντιοχου του Σωτηρα , χανοντας ομως για αλλη μια φορα τον πολεμο. Προκειται για τους ανθρώπους προς τους οποιους 3 αιωνες αργοτερα θα απευθυνει την «προς Γαλατας » επιστολη του ο Απ. Παυλος . Οι ίδιοι άλλωστε αποτελούν τους πρωταγωνιστές της παρακάτω ενδιαφέρουσας ιστορίας : Τον 3ο πχ αιώνα ο Μιθριδάτης του Πόντου χρειάστηκε συμμάχους στην πολεμική εμπλοκή του με τον Πτολεμαίο Β' της Αιγύπτου .Κάλεσε λοιπόν τους εν λόγω Γαλάτες με συνέπεια αυτοί να καταφέρουν σε εκείνο τον πόλεμο σοβαρό πλήγμα στον Αιγυπτιακό στόλο αποσπώντας ως λάφυρα τις άγκυρες των πλοίων του. Γιά το επίτευγμά τους αυτό ο Στέφανος ο Βυζάντιος , χρησιμοποιώντας σαν πηγές τον Στράβωνα και τον Πολυίστωρα , έγραψε στην "Γεωγραφία " του ότι ο Μιθριδάτης τους αντάμειψε με εδάφη γύρω από μιά πόλη που οι Γαλάτες την ονόμασαν Άγκυρα , από τα λάφυρα που τους την χάρισαν . Πρόκειται βέβαια για την σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας .
Λίγες πληροφορίες ακόμη γιά τους Γαλάτες που εγκαταστάθηκαν στην Μ. Ασία κατόπιν πρόσκλησης του Νικομήδη.
Έγιναν γνωστοί στους Ρωμαίους ως Γαλλογραικοί( Gallograeci)διότι ήταν δίγλωσσοι. Ότι σώθηκε γραφτό απ` αυτούς είναι γραμμένο στα ελληνικά.
Έφτιαξαν κράτος που τελικά απορροφήθηκε από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Επηρεάστηκαν σηματικά από τον ελληνικό πολιτισμό σε βαθμό που ο τελευταίος τους βασιλιάς να λέγεται Αμύντας,αλλά δεν έχασαν την εθνική τους ταυτότητα. Διατήρησαν την ταυτότητά τους γιά πολύ καιρό μετά
* "Είμαι του Κυδία η τιμημένη ασπίδα
που ακόμη αποζητώ τα νιάτα που του στέρησαν
εμένα κράταγε στο χέρι του τ`αριστερό
τότε που στεφανώθηκε τη δόξα
στης μάχης με τους Γαλάτες την κρισιμότερη στιγμή"
Το επίγραμμα το βρίσκει κανείς στον Παυσανία(Φωκικά , Δελφοί) . Η απόδοσή του στα νεοελληνικά είναι δική μου.
** Ο αριθμός των Ελλήνων αν προσθέσει κανείς τους αριθμούς που δίνει ο Παυσανίας είναι 25.000 μαχητές. Όμως σ` αυτούς πρέπει να προστεθούν Μεγαρείς και Αιτωλείς ιππείς οι οποίοι αναφέρονται χωρίς να προσδιορίζεται ο αριθμός τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι Έλληνες δεν θα πρέπει να ξεπερνούσαν τους 30.000 κυριότερες
----------------------------------------
Πηγες : Παυσανιας (Φωκικά, Δελφοί )
Π. Κανελλοπουλου , Ιστορια της Αρχαιας Ελλαδος
Peter Bersesford Ellis , Κέλτες και Έλληνες
Μαρκος Ιουνιανος Ιουστινος [Τroyi Pompei Historiarum philippicarum Epitoma ]
Αβ. Ρανοβιτς , Η Ελληνιστικη Εποχη
J.M. Roberts , Παγκοσμια Ιστορια
Εγκ. Παυλου Δρανδακη
Microsoft Encarta 97 Encyclopedia
Εγκ. Ελευθερουδακη
Διοδωρος Σικελιωτης
Στραβων
I. Δρουσεν , Ιστορια των Διαδοχων [μετ . Ι. Πανταζιδου]
Thiery , Histoire des Gaulois
Τ . Livius [38.16]
M.T. Cicero [ de divinatione I.37 ]
Πηγή.
http://rudyk-nikos13galanisgmail.blogspot.com/2011/12/3_18.html
Σωσθένης της Μακεδονίας
Μακεδονία 279 π.Χ.
Στην πεδιάδα ακούγονται φωνές, αγκομαχητά, βρισιές και κατάρες. Στρατιώτες ξεψυχούν, αίματα και πτώματα παντού. Το κεφάλι του Μακεδόνα βασιλιά είναι καρφωμένο σ’ ένα παλούκι. Οι Γαλάτες σκυλεύουν τα πτώματα των ηρωικών υπερασπιστών της Μακεδονίας χωρίς καμία ντροπή. Λεηλατούν, σκοτώνουν, ατιμάζουν, καίνε και ρημάζουν ό,τι βρούνε έμψυχο και άψυχο απ' άκρη σ' άκρη στην χερσόνησο του Αίμου. Δεν υπάρχει κανένας να τους αντισταθεί. Ο Πύρρος ο Μολοσσός, ο βασιλιάς της Ηπείρου, πολεμάει τους Ρωμαίους στην Μεγάλη Ελλάδα. Ο Αντίγονος Γονατάς είναι αδύναμος, γιατί πολεμάει με τον Αντίοχο τον Βασιλιά της Συρίας. Με λίγα λόγια, όλοι οι διεκδικητές του θρόνου της Μακεδονίας είτε είναι απασχολημένοι με υποθέσεις των δικών τους κρατών είτε είναι αδύναμοι να επιβληθούν. Έτσι αυτή την κρίσιμη στιγμή το δοξασμένο Μακεδονικό βασίλειο μένει απροστάτευτο στις ορέξεις των εισβολέων. Τα αιμοδιψή στίφη των βαρβάρων, δεν σέβονται τίποτε. Καίνε ναούς, ιερά, σφάζουν γέροντες και ατιμάζουν κόρες. Δεν σέβονται ούτε τους νεκρούς, αλλά σκάβουν τους τάφους και πετάνε τα οστά έξω σαν τ’ αγρίμια. Αρχηγοί αυτών των βαρβαρικών ορδών είναι ο Βρέννος, o Ακιχώριος και o Βόλγιος.
Η συνέλευση του Μακεδονικού στρατού εκλέγει για βασιλιά της Μακεδονίας τον Μελέαγρο, αδελφό του Πτολεμαίου Κεραυνού, που έπεσε στην μάχη εναντίον των βαρβάρων. Μετά από λίγο τον καθαιρούν ως ανάξιο να υπερασπίσει την Μακεδονία. Μετά εκλέγουν τον Αντίπατρο, αλλά αυτός καθαιρέθηκε ακόμα πιο γρήγορα, μέσα σε μόλις 45 μέρες. Οι Μακεδόνες είναι σε απόγνωση λόγω έλλειψης ικανού στρατηγού που θα τους οδηγήσει στην νίκη. Μέσα σε αυτές τις μαύρες ώρες για την Μακεδονία ξεπροβάλει σαν από μηχανής θεός ο Σωσθένης, παλαίμαχος στρατηγός του βασιλιά Λυσιμάχου της Θράκης. Ο Σωσθένης χωρίς να χρονοτριβεί παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Ανασυντάσσει τον διαλυμένο Μακεδονικό στρατό, συγκεντρώνει όλους τους μάχιμους άνδρες και τους οπλίζει. Τους εξηγεί την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Μακεδονία εξαιτίας των Γαλατών εισβολέων. Τους δίνει θάρρος κι ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά. Οι θεοί θα είναι με το μέρος των Ελλήνων γιατί αμύνονται υπέρ βωμών και εστιών. Εν τω μεταξύ οι Γαλάτες συνεχίζουν το ολέθριο έργο τους, χωρίς να τους εμποδίζει κανείς. Απ’ όπου έχουν περάσει οι Γαλάτες έχουν αφήσει καπνίζοντα ερείπια και ξεκοιλιασμένα πτώματα.
Ο Σωσθένης όμως, δεν φοβάται ούτε λυπάται. Μόνο οργίζεται μ’ αυτά τα δίποδα κτήνη που σπέρνουν την καταστροφή και τον όλεθρο. Ξεκινάει αμέσως τις εχθροπραξίες με τους βάρβαρους. Επειδή όμως, οι Γαλάτες υπερέχουν αριθμητικά, εφαρμόζει τακτικές ανταρτοπολέμου. Χτυπάει όπου και όπως τους βρει. Σε δάση, σε δρόμους, στα στρατόπεδά τους. Τσακίζει χωρίς έλεος τους μαχητές και τις οικογένειες που μεταφέρουν μαζί τους. Εξάλλου, η μοίρα των Γαλατών έχει γραφτεί να σκοτωθούν από Ελληνικά χέρια. Οι Μακεδόνες σέβονται αυτόν τον στρατηγό που έχει γίνει ο φόβος κι ο τρόμος των βαρβάρων και τους οδηγεί από την μια νίκη στην άλλη. Επιτέλους, οι βάρβαροι υποχωρούν ατάκτως. Ο αρχηγός τους, ο Βρέννος, υποχωρεί προς την νότια Ελλάδα όπου θα συναντήσει το τέλος που του αξίζει. Εκεί θα τον αντιμετωπίσει η συμμαχία των Αιτωλών, Βοιωτών, Φωκέων, Αθηναίων και άλλων Ελλήνων. Ο Βόλγιος ο έτερος αρχηγός των Κελτών εισβολέων παίρνει το στράτευμά του και κατευθύνεται ανατολικά προς την αρχέγονη γη της Θράκης, για να συνεχίσει το καταστροφικό του έργο.
Η Μακεδονία σώθηκε από έναν άσημο στρατηγό που είχε καρδιά λιονταριού και ψυχή αντρειωμένη. Οι Μακεδόνες αμέσως του ζητούν να γίνει αυτός ο βασιλιάς που δεν έχουν. Ο Σωσθένης αφού τους ευχαρίστησε για την τιμή που του αποδίδουν, χωρίς δισταγμό απάντησε ότι δεν έγινε στρατηγός για να γίνει βασιλιάς, ούτε για να πάρει αξιώματα και πλούτη. Ήρθε για να σώσει την πατρίδα του από τις λυσσασμένες ορδές των βαρβάρων και να μην δει σκλάβα την Μακεδονία στα χέρια τους.
Έτσι λοιπόν, σώθηκε η Μακεδονία από τα χέρια των Γαλατών. Αυτή η παράγραφος της ιστορίας μας δείχνει πως όσο και να είναι το πλήθος των εχθρών, όσο σκληροί και ανελέητοι αν είναι, φτάνει μονάχα να υπάρχει ένας χαρισματικός ηγέτης που να μπορεί να εμπνεύσει τον στρατό του.
Αίας ο Τελαμώνιος
http://xa-anmak.blogspot.com/2011/05/blog-post_15.html
Στην πεδιάδα ακούγονται φωνές, αγκομαχητά, βρισιές και κατάρες. Στρατιώτες ξεψυχούν, αίματα και πτώματα παντού. Το κεφάλι του Μακεδόνα βασιλιά είναι καρφωμένο σ’ ένα παλούκι. Οι Γαλάτες σκυλεύουν τα πτώματα των ηρωικών υπερασπιστών της Μακεδονίας χωρίς καμία ντροπή. Λεηλατούν, σκοτώνουν, ατιμάζουν, καίνε και ρημάζουν ό,τι βρούνε έμψυχο και άψυχο απ' άκρη σ' άκρη στην χερσόνησο του Αίμου. Δεν υπάρχει κανένας να τους αντισταθεί. Ο Πύρρος ο Μολοσσός, ο βασιλιάς της Ηπείρου, πολεμάει τους Ρωμαίους στην Μεγάλη Ελλάδα. Ο Αντίγονος Γονατάς είναι αδύναμος, γιατί πολεμάει με τον Αντίοχο τον Βασιλιά της Συρίας. Με λίγα λόγια, όλοι οι διεκδικητές του θρόνου της Μακεδονίας είτε είναι απασχολημένοι με υποθέσεις των δικών τους κρατών είτε είναι αδύναμοι να επιβληθούν. Έτσι αυτή την κρίσιμη στιγμή το δοξασμένο Μακεδονικό βασίλειο μένει απροστάτευτο στις ορέξεις των εισβολέων. Τα αιμοδιψή στίφη των βαρβάρων, δεν σέβονται τίποτε. Καίνε ναούς, ιερά, σφάζουν γέροντες και ατιμάζουν κόρες. Δεν σέβονται ούτε τους νεκρούς, αλλά σκάβουν τους τάφους και πετάνε τα οστά έξω σαν τ’ αγρίμια. Αρχηγοί αυτών των βαρβαρικών ορδών είναι ο Βρέννος, o Ακιχώριος και o Βόλγιος.
Η συνέλευση του Μακεδονικού στρατού εκλέγει για βασιλιά της Μακεδονίας τον Μελέαγρο, αδελφό του Πτολεμαίου Κεραυνού, που έπεσε στην μάχη εναντίον των βαρβάρων. Μετά από λίγο τον καθαιρούν ως ανάξιο να υπερασπίσει την Μακεδονία. Μετά εκλέγουν τον Αντίπατρο, αλλά αυτός καθαιρέθηκε ακόμα πιο γρήγορα, μέσα σε μόλις 45 μέρες. Οι Μακεδόνες είναι σε απόγνωση λόγω έλλειψης ικανού στρατηγού που θα τους οδηγήσει στην νίκη. Μέσα σε αυτές τις μαύρες ώρες για την Μακεδονία ξεπροβάλει σαν από μηχανής θεός ο Σωσθένης, παλαίμαχος στρατηγός του βασιλιά Λυσιμάχου της Θράκης. Ο Σωσθένης χωρίς να χρονοτριβεί παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Ανασυντάσσει τον διαλυμένο Μακεδονικό στρατό, συγκεντρώνει όλους τους μάχιμους άνδρες και τους οπλίζει. Τους εξηγεί την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Μακεδονία εξαιτίας των Γαλατών εισβολέων. Τους δίνει θάρρος κι ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά. Οι θεοί θα είναι με το μέρος των Ελλήνων γιατί αμύνονται υπέρ βωμών και εστιών. Εν τω μεταξύ οι Γαλάτες συνεχίζουν το ολέθριο έργο τους, χωρίς να τους εμποδίζει κανείς. Απ’ όπου έχουν περάσει οι Γαλάτες έχουν αφήσει καπνίζοντα ερείπια και ξεκοιλιασμένα πτώματα.
Ο Σωσθένης όμως, δεν φοβάται ούτε λυπάται. Μόνο οργίζεται μ’ αυτά τα δίποδα κτήνη που σπέρνουν την καταστροφή και τον όλεθρο. Ξεκινάει αμέσως τις εχθροπραξίες με τους βάρβαρους. Επειδή όμως, οι Γαλάτες υπερέχουν αριθμητικά, εφαρμόζει τακτικές ανταρτοπολέμου. Χτυπάει όπου και όπως τους βρει. Σε δάση, σε δρόμους, στα στρατόπεδά τους. Τσακίζει χωρίς έλεος τους μαχητές και τις οικογένειες που μεταφέρουν μαζί τους. Εξάλλου, η μοίρα των Γαλατών έχει γραφτεί να σκοτωθούν από Ελληνικά χέρια. Οι Μακεδόνες σέβονται αυτόν τον στρατηγό που έχει γίνει ο φόβος κι ο τρόμος των βαρβάρων και τους οδηγεί από την μια νίκη στην άλλη. Επιτέλους, οι βάρβαροι υποχωρούν ατάκτως. Ο αρχηγός τους, ο Βρέννος, υποχωρεί προς την νότια Ελλάδα όπου θα συναντήσει το τέλος που του αξίζει. Εκεί θα τον αντιμετωπίσει η συμμαχία των Αιτωλών, Βοιωτών, Φωκέων, Αθηναίων και άλλων Ελλήνων. Ο Βόλγιος ο έτερος αρχηγός των Κελτών εισβολέων παίρνει το στράτευμά του και κατευθύνεται ανατολικά προς την αρχέγονη γη της Θράκης, για να συνεχίσει το καταστροφικό του έργο.
Η Μακεδονία σώθηκε από έναν άσημο στρατηγό που είχε καρδιά λιονταριού και ψυχή αντρειωμένη. Οι Μακεδόνες αμέσως του ζητούν να γίνει αυτός ο βασιλιάς που δεν έχουν. Ο Σωσθένης αφού τους ευχαρίστησε για την τιμή που του αποδίδουν, χωρίς δισταγμό απάντησε ότι δεν έγινε στρατηγός για να γίνει βασιλιάς, ούτε για να πάρει αξιώματα και πλούτη. Ήρθε για να σώσει την πατρίδα του από τις λυσσασμένες ορδές των βαρβάρων και να μην δει σκλάβα την Μακεδονία στα χέρια τους.
Έτσι λοιπόν, σώθηκε η Μακεδονία από τα χέρια των Γαλατών. Αυτή η παράγραφος της ιστορίας μας δείχνει πως όσο και να είναι το πλήθος των εχθρών, όσο σκληροί και ανελέητοι αν είναι, φτάνει μονάχα να υπάρχει ένας χαρισματικός ηγέτης που να μπορεί να εμπνεύσει τον στρατό του.
Αίας ο Τελαμώνιος
http://xa-anmak.blogspot.com/2011/05/blog-post_15.html
21 Ιανουαρίου 2012
ΙΩΡΟΝ, μία ἀρχαία πόλη στόν Νομό Κιλκίς (Παλατιανό)
«Ἴωρον, μία ἀρχαία παραμεθόριος πόλη στόν Νομό Κιλκίς» Σέ ἀπόσταση 17 χλμ. περ. ΒΑ τῆς πόλης τοῦ Κιλκίς, στήν περιοχή τῆς ἀρχαίας Κρηστωνίας, ἐντοπίζεται τό χωριό Παλατιανό μέ τόν σημαντικό ἀρχαιολογικό του χῶρο. Ὁ ἀρχαιολογικός χῶρος ἁπλώνεται σέ δύο γειτονικούς λόφους, πού ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους μέ ἕναν στενό αὐχένα καί δεσπόζουν στήν περιοχή πού βρίσκεται ἀνάμεσα στά χωριά Κεντρικό καί Παλατιανό .
Ἡ ἐπιλογή τῆς θέσης κρίνεται ἀπό στρατηγικῆς ἀπόψεως πολύ ἐπιτυχής, καθώς μέ τό φυσικό σύνορο τοῦ Γαλλικοῦ ποταμοῦ στά νότια καί τόν ὀρεινό ὄγκο τῶν Κρουσσίων νά ὀρθώνεται στά βόρεια, μποροῦσε κανείς εὔκολα νά ἐλέγχει τό πέρασμα ἀπό Βορρᾶ πρός Νότο ἀλλά καί ἀπό Δύση πρός Ἀνατολή, δηλαδή ἀπό τήν Κρηστωνία πρός τήν Παρορβηλία καί τήν Σιντική, πού ἀντιστοιχεῖ σήμερα μέ τήν περιοχή τῆς λίμνης Κερκίνης στόν Νομό Σερρῶν. Παράλληλα, σημειώνεται ὅτι ἡ περιοχή αὐτή εἶναι ἰδιαίτερα εὔφορη καί τά πυκνά δάση τῆς περιοχῆς μποροῦσαν νά ἀποτελέσουν πηγή ἄφθονης ξυλείας. Ἡ πρώτη ἀνασκαφική ἔρευνα στήν περιοχή διενεργήθηκε στά 1961 ἀπό τήν ἀρχαιολόγο Φ. Ζαφειροπούλου, μέ ἀφορμή τήν ἀνεύρεση τεσσάρων μαρμάρινων ἀγαλμάτων ὑπερφυσικοῦ μεγέθους. Ἀκολούθησαν ἄλλες δυό σύντομες ἀνασκαφικές περίοδοι, τό 1965-6 καί 1977, μέ ἐπικεφαλῆς τούς ἀρχαιολόγους Φ. Πέτσα καί Λ. Παρλαμά ἀντίστοιχα. Ὅμως ἡ συστηματική ἀνασκαφή τοῦ χώρου κατέστη δυνατή μόνο ἔπειτα ἀπό 16 χρόνια, τό 1993, ἀπό τήν ἀρχαιολόγο Η. Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη. Ἡ προσπάθεια αὐτή, πού συνεχίζεται ἕως σήμερα, ὁδήγησε στήν ἀποκάλυψη μέρους τῆς ἀρχαίας πόλης.
Από την ερευνα προέκυψαν ὅλα τά οἰκοδομικά λείψανα τῆς πόλης. Πρόκειται γιά τέσσερα κτήρια καί λείψανα ἑνός πέμπτου, διαταγμένα κατά τόν ἄξονα Ν-Β. Τό συγκρότημα αὐτό περιτρέχεται ἀπό νότια καί ἀνατολικά ἀπό ἕναν δρόμο πλάτους 2-2,5μ. καί συνολικοῦ μήκους 77μ. Ὁ δρόμος αὐτός πρέπει νά ἦταν πλακοστρωμένος καί συγκρατεῖται νοτιότερα ἀπό ἕναν ἰσχυρό ἀναλημματικό τοῖχο πού σέ ὁρισμένα σημεῖα φτάνει ἕως καί τά 3,5μ. Ἀπό τά παραπάνω κτήρια, ἰδιαίτερης παρουσίασης χρήζουν τά δυό βορειότερα. Πρόκειται γιά δυό ἡρῶα, κτήρια δηλαδή πού ἦταν προορισμένα γιά τήν μετά θάνατον λατρεία ἐπιφανῶν κατοίκων τῆς πόλης. Τό νοτιότερο ἀπό τά δυό εἶναι ἕνα μονόχωρο στεγασμένο κτήριο διαστάσεων 4,10x3,66μ., ποῦ περιβάλλεται ἀπό λίθινο καί σχεδόν τετράγωνο περίβολο (13x16,20μ.) Ἡ εἴσοδος στόν περίβολο καί τό κτήριο δινόταν ἀπό τά ἀνατολικά. Στόν δυτικό τοῖχο τοῦ κτιρίου βρισκόταν ἕνα ὑψηλό βάθρο πάνω στό ὁποῖο ἦταν στερεωμένα τά ἀγάλματα τῶν ἀφηρωισμένων νεκρῶν πού προαναφέρθηκαν. Πρόκειται γιά τέσσερα μαρμάρινα ἀγάλματα ὑπερφυσικοῦ μεγέθους ὅσον ἀφορᾶ στήν ταυτότητά τους, τήν πληροφο
ρούμαστε ἀπό ἐπιγραφές λαξεμένες πάνω στό βάθρο. Οἱ ἐπιγραφές εἶναι οἱ ἑξῆς: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΑΜΜΙΑ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ, ΖΟΪΛΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΠΑΤΡΑΟΣ ΖΟΪΛΟΥ καί ΜΗΔΗΣ ΠΑΤΡΑΟΥ. Πρόκειται προφανῶς γιά μία οἰκογένεια, σεβαστή στήν τοπική κοινωνία τῆς ἀρχαίας πόλης. Τό ὄνομα τοῦ πατέρα ἦταν Πατράος, τῆς μητέρας Ἀμμία καί τῶν τριῶν γιῶν, Ἀλέξανδρος, Ζόιλος καί Μήδης. Δηλαδή τό βάθρο ἔφερε πέντε ἀγάλματα, ἀπό τά ὁποία μας σώζονται τά τέσσερα (τό 1993 τό βάθρο ἀποκαταστάθηκε καί τοποθετήθηκαν σέ αὐτό ἐκμαγεῖα τῶν τεσσάρων ἀγαλμάτων καί τῶν μαρμάρινων ἐνεπίγραφων πλακῶν, ὥστε τό μνημεῖο νά εἶναι περισσότερο προσιτό ἀλλά καί ἐντυπωσιακό γιά τόν ἐπισκέπτη. Ἀπό τά ὀνόματα τῆς οἰκογένειας ἀξιοσημείωτο εἶναι τό Πατράος. εἶναι βέβαια σπάνιο, ἀλλά ὄχι ἄγνωστο στή Μακεδονία, καθώς ἔτσι ὀνομαζόταν ἕνας βασιλιάς τῆς Παιονίας τοῦ 4ου αἵ. π.Χ. καί ἐπιπλέον συναντᾶται καί σέ μία ἐπιγραφή ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Ἐπίσης τό ὄνομα Μήδης δέν μαρτυρεῖται πουθενά ἀλλοῦ, γι’ αὐτό καί ὑποστηρίχθηκε ὅτι εἶναι τό δεύτερο συνθετικό ἑνός ἄλλου ὀνόματος, κάτι ὅμως πού ἀποκλείει ἡ διατήρηση τῆς ἐπιγραφῆς. Ὡστόσο δέν ἀποκλείεται νά ἀποτελεῖ ἀνδρικό τύπο τοῦ γυναικείου ὀνόματος Μήδα. Τά ὑπόλοιπα ὀνόματα, Ἀμμία, Ζόιλος καί Ἀλέξανδρος εἶναι κοινά στή Μακεδονία. Τό μνημεῖο τοῦ Ἡρώου καί τά ἀγάλματα χρονολογοῦνται στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἱ. μ.Χ. λίθινος περίβολοςδιαστάσεων 12,80×13,50μ., ποῦ περιέκλειε πιθανόν ἕνα δεύτερο ἡρῶο. Τό ἐσωτερικό του περιβόλου διαμορφώνεται σέ τρία κλιμακωτά ἐπίπεδα. Στό δυτικότερο, πού εἶναι καί αὐτό πού βρίσκεται σέ ὑψηλότερο ἐπίπεδο, βρίσκεται τό κτήριο πού χωρίζεται σέ τρία τμήματα ἀπό δυό ἐγκάρσιους τοίχους. Ἐδῶ ἐντοπίστηκαν τρεῖς ταφές καί τμήματα δυό ἐπιτύμβιων στηλῶν. Ἐπίσης στό μπάζωμα τῶν δωματίων αὐτῶν βρέθηκαν, κατά τήν ἀνασκαφή, πολλά τμήματα εἰδωλίων τῆς θεᾶς Κυβέλης καί ἴσως ὑποδηλώνουν τήν παλαιότερη λειτουργία τοῦ χώρου αὐτοῦ ὡς ἱεροῦ της θεᾶς. Τά δυό ἡρῶα χωρίζονταν μεταξύ τούς ἀπό λιθόστρωτο διάδρομο, πλάτους 2μ. Ὁ διάδρομος αὐτός διασταυρώνεται χαμηλότερα μέ τόν ἐκτεταμένο πλακόστρωτο δρόμο, πού ἀναφέρθηκε παραπάνω, καί συνεχίζει ἀκόμη ἀνατολικότερα. Ἀμέσως βόρεια ἀπό τόν παραπάνω λιθόστρωτο διάδρομο ἀνασκάφηκε ἕνα ἀκόμη κτίσμα, τό ὁποῖο παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον.
Ἀνασκάφηκε μόνο τό δυτικό τμῆμά του, διαστάσεων 19,50×7μ., τό ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό τρία δωμάτια, τό βορειότερο ἀπό τά ὁποία εἶναι ἕνας πολύ φροντισμένος χῶρος, διαστάσεων 9,60×6,30μ. Τό δωμάτιο αὐτό περιλαμβάνει μία αὐλή στρωμένη μέ πήλινες πλάκες καί μία χτιστῆ δεξαμενή βάθους 3μ. καί διαστάσεων 2,10×1,40μ., ἡ ὁποία ἐσωτερικά ἦταν ἐπιχρισμένη μέ ὑδραυλικό κονίαμα καί εἶχε ἀγωγό γιά τήν ἀπομάκρυνση τῶν ὑδάτων. Δυτικά του ὑπαίθριου χώρου φαίνεται ὅτι διαμορφωνόταν μία στοά, καθώς ὑπάρχουν τρεῖς βάσεις πού θά στήριζαν ἀντίστοιχους κίονες καί σέ ἐπαφή μέ τό δυτικό τοῖχο βρέθηκαν 4 χαμηλές καί ἀνοιχτές στή μπροστινή καί ἐπάνω πλευρά τούς κόγχες καί τῶν ὁποίων ἡ χρήση δέν ἔχει διευκρινιστεῖ ἀκόμα. Ἴσως νά ἐντάσσονται στίς ἐγκαταστάσεις κάποιου ἐργαστηρίου.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνασκαμμένου πολεοδομικοῦ ἱστοῦ συμπληρώνεται ἀπό, τμήματα κτισμάτων βόρεια τοῦ δεύτερου ἡρώου καί ψηλότερα ἀπ’ αὐτό. Τά κτίσματα αὐτά καταλαμβάνουν ἔκταση 8,50×12μ. καί 25,50×23,50μ. καί τά ὅρια του δέν ἔχουν διευκρινιστεῖ ἀκόμη. Οἱ συνεχεῖς ἀλλαγές ὅμως καί ἐπεμβάσεις πού παρουσιάζουν δηλώνει τή συνεχῆ κατοίκηση τοῦ χώρου αὐτοῦ. . Ἡ κορυφή τοῦ λόφου περιτρέχεται ἀπό πολυγωνικό περίβολο, ὁ ὁποῖος ἔχει μῆκος 96μ. καί καταλαμβάνει ἐπιφάνεια 3,5 στρεμμάτων.
Οἱ τοῖχοι τοῦ περιβόλου ἔχουν πάχος 0,60μ. καί εἶναι κατασκευασμένοι ἀπό πέτρες καί χῶμα. Ἀκόμη, στό κεντρικό τμῆμα τοῦ περιβόλου ἀποκαλύφθηκε ἕνα συγκρότημα δωματίων, ὅπου φαίνεται ὅτι λάβαιναν χώρα οἱ βασικές δραστηριότητες τῶν κατοίκων τοῦ χώρου αὐτοῦ, ἐνῶ στό νοτιοδυτικό τμῆμα τοῦ περιβόλου ἐντοπίστηκε ἕνας ὀρθογώνιος πύργος, διαστάσεων 6,10×4,30μ., ποῦ προβάλλει πρός τό ἐσωτερικό.
Ἀπό τόν περίβολο αὐτό μποροῦσε νά ἔχει κανείς τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῆς γύρω περιοχῆς. Ὡστόσο τά ἕως τώρα ἀνασκαφικά δεδομένα δέν ἐπαρκοῦν γιά τόν προσδιορισμό τῆς χρήσης τῶν κτισμάτων του, ἐνῶ τό μικρό πάχος τῶν τοίχων του δέν βοηθάει στόν χαρακτηρισμό τοῦ περιβόλου ὡς ὀχυρωματικοῦ-ἀμυντικοῦ. Μία ἐναλλακτική ἑρμηνεία ἴσως νά εἶναι ὅτι πρόκειται γιά τόν περίβολο ἑνός τεμένους.
Στό νότιο λόφο, ἐντοπίζεται τό νεκροταφεῖο τῆς πόλης. στήν περιοχή αὐτή ἀνασκάφηκε ἕνας κιβωτιόσχημος τάφος καί ἕνας ἀρκετά κατεστραμμένος κτιστός τάφος, μέ προθάλαμο καί θάλαμο, διαστάσεων 5,90×4,10μ. Τά κτερίσματα (εἰδώλια, ἀγνύθες, χάλκινα νομίσματα καί μικρή μαρμάρινη λεοντοκεφαλή) τούς χρονολογοῦν στήν ὕστερη ἑλληνιστική καί στή ρωμαϊκή περίοδο. .
Ὅλα τά παραπάνω στοιχεῖα σκιαγραφοῦν, ἔστω τμηματικά, τήν εἰκόνα μίας ἀρχαίας ἑλληνικῆς πόλης, πού παρουσιάζει συνεχῆ κατοίκηση ἀπό τόν 8ο αἵ. π.Χ. ἕως τόν 4ο αἵ. μ.Χ., ἀλλά μέ περίοδο ἀκμῆς τό διάστημα 1ου-3ου αἵ. μ.Χ.
Τά πολλά καί ποικίλα εὐρήματα εἶναι ἐνδεικτικά γιά τό βιοτικό ἐπίπεδο καί τόν τρόπο ζωῆς τῶν κατοίκων, τίς δραστηριότητες καί τά ἐπαγγέλματά τους. Ἐνδεικτικά, ἡ ἀνεύρεση πολλῶν ἀγγείων τριπτήρων, μυλολίθων καί ἀγνυθῶν (=ὑφαντικά βάρη) μᾶς προσφέρουν σημαντικά στοιχεῖα γιά τόν τρόπο παρασκευῆς τῆς τροφῆς καί κατασκευῆς τῶν ἐνδυμάτων, καθήκοντα πού προφανῶς, ὅπως σέ ὁλόκληρο τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο, ἐπωμίζονταν οἱ γυναῖκες.
Ἐπιπλέον, τά πήλινα ἁμαξίδια, καθώς καί τά πήλινα εἰδώλια ζώων ἀποτελοῦν γλαφυρές μαρτυρίες γιά τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο διασκέδαζαν τά μικρά παιδιά. Τέλος, ὁ ἐντοπισμός λαξευμένων λάκκων, ἡ μεγάλη ποσότητα ἀπό σιδηρόμαζες καί ἡ ὕπαρξη σφραγίδων γιά τήν κατασκευή εἰδωλίων καί λυχναριῶν , φανερώνουν τήν ἔντονη παρουσία ἐξειδικευμένων τεχνῶν, ὅπως τοῦ κεραμέα καί τοῦ μεταλλουργοῦ, παράλληλα μέ παραδοσιακότερες μορφές ἐργασίας, ὅπως ἡ γεωργία. .
Ἐπιπροσθέτως, ἀπό ὁρισμένες κατηγορίες εὐρημάτων μποροῦμε νά ἀντλήσουμε πληροφορίες καί γιά τίς λατρευτικές συνήθειες τῶν κατοίκων.
Ἡ ἔντονη παρουσία καί κυριαρχία τοῦ ἑλληνικοῦ δωδεκάθεου μαρτυρεῖται ἀπό τήν ἀνεύρεση εἰδωλίων τῆς Ἀθηνᾶς, τοῦ Πάνα καί τοῦ κερδώου Ἑρμῆ, ἐνῶ ἡ ὕπαρξη εἰδωλίων ἀετῶν, ὑποδηλώνει λατρεία τοῦ Διός Ὑψίστου. Ἰδιαίτερα ἀγαπητή φαίνεται πώς ἦταν ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου, καθώς βρέθηκε μαρμάρινο ἄγαλμα τοῦ θεοῦ μέ δορά πάνθηρα καί ἕνα ἀκόμη μαρμάρινο κεφάλι, πού φέρει στεφάνι κισσοῦ. Ἄλλωστε, εἶναι γνωστή ἀπό τίς πηγές ἡ ὕπαρξη ἱεροῦ Διονύσου στήν πόλη, πού ὅμως δέν ἔχει ἐντοπιστεῖ ἀνασκαφικά.
Τέλος, ἡ εἰσαγωγή καί λατρεία ξενόφερτων θεοτήτων δηλώνεται ἀπό τήν ἀνεύρεση εἰδωλίων τῆς ἀνατολικῆς θεᾶς Κυβέλης, καθώς καί μία μήτρα εἰδωλίου καί ἕνα χάλκινο εἰδώλιο τῆς αἰγυπτιακῆς θεότητας Bes. Σ’ αὐτό τό σημεῖο προκύπτει ἀβίαστα τό ἐρώτημα, ποιά ἦταν αὐτή ἡ πόλη. Ἡ ταύτιση δέν ἔχει γίνει ἀκόμη μέ βεβαιότητα, ἀφοῦ δέν ἔχει βρεθεῖ κάποια ἐπιγραφική μαρτυρία. Ἔχει διατυπωθεῖ ὅμως ἡ ἄποψη ὅτι πιθανῶς πρόκειται γιά τό Ἴωρον, πόλη γνωστή ἀπό τόν Πτολεμαῖο καί ἀπό δυό ἐπιγραφές, πού προέρχονται ἀπό τή Βέροια καί τό Ἀσκληπιεῖο τῆς Μορρύλου (πού ἐντοπίζεται στό χωριό Ἄνω Ἀπόστολοι Ν. Κιλκίς). Τήν ὑπόθεση αὐτή ἐνισχύει καί ἡ γεωγραφική θέση τῆς πόλης στήν εἴσοδο ἑνός ὀρεινοῦ περάσματος, γεγονός πού πιθανόν δικαιολογεῖ καί τό ὄνομά της (στά ἀρχαῖα ἑλληνικά ἰωρός σημαίνει φρουρός). Εὐελπιστοῦμε ἡ συνέχιση τῆς ἀνασκαφῆς νά δώσει περισσότερα στοιχεῖα πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἀσφαλοῦς ταύτισης τῆς πόλης.
Πηγή http://www.ngonaus.org/nauslib/texts/2006/Laftsidis2006a.pdf Λαφτσίδης Ἀλέξανδρος, Μεταπτυχιακός φοιτητής κλασσικῆς ἀρχαιολογίας Α.Π.Θ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Παλατιανό Νομοῦ Κιλκίς. Ἡ πορεία τῆς ἀρχαιολογικῆς ἔρευνας, ΑΑΑ ΧΧΙΙI-ΧΧVIII (1990-1995), σ. 89-108. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Ἀνασκαφή Παλατιανοῦ 1993, ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 389-399. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Ἀνασκαφή Παλατιανοῦ 1995, ΑΕΜΘ 9 (1995), σ. 405-409. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Οἱ ἀρχαιολογικές ἔρευνες στό Παλατιανό 1996, ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 191-204. • Hatzopoulos M.-Loukopoulou L., Morrylos cite de la Crestonie, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 7, Athènes 1964. • Σαββοπούλου Θ., Ἀρχαιολογική περιήγηση στόν Νομό Κιλκίς. Ἀπό τά προϊστορικά μέχρι τά παλαιοχριστιανικά χρόνια, Κιλκίς 1997. • Ζαφειροπούλου Φ., Τό ἡρῶο τοῦ Κιλκίς, ΚΕΡΝΟΣ (τιμητικός τόμος στόν καθηγητή Γ. Μπακαλάκη), σ. 43-52.
Ἡ ἐπιλογή τῆς θέσης κρίνεται ἀπό στρατηγικῆς ἀπόψεως πολύ ἐπιτυχής, καθώς μέ τό φυσικό σύνορο τοῦ Γαλλικοῦ ποταμοῦ στά νότια καί τόν ὀρεινό ὄγκο τῶν Κρουσσίων νά ὀρθώνεται στά βόρεια, μποροῦσε κανείς εὔκολα νά ἐλέγχει τό πέρασμα ἀπό Βορρᾶ πρός Νότο ἀλλά καί ἀπό Δύση πρός Ἀνατολή, δηλαδή ἀπό τήν Κρηστωνία πρός τήν Παρορβηλία καί τήν Σιντική, πού ἀντιστοιχεῖ σήμερα μέ τήν περιοχή τῆς λίμνης Κερκίνης στόν Νομό Σερρῶν. Παράλληλα, σημειώνεται ὅτι ἡ περιοχή αὐτή εἶναι ἰδιαίτερα εὔφορη καί τά πυκνά δάση τῆς περιοχῆς μποροῦσαν νά ἀποτελέσουν πηγή ἄφθονης ξυλείας. Ἡ πρώτη ἀνασκαφική ἔρευνα στήν περιοχή διενεργήθηκε στά 1961 ἀπό τήν ἀρχαιολόγο Φ. Ζαφειροπούλου, μέ ἀφορμή τήν ἀνεύρεση τεσσάρων μαρμάρινων ἀγαλμάτων ὑπερφυσικοῦ μεγέθους. Ἀκολούθησαν ἄλλες δυό σύντομες ἀνασκαφικές περίοδοι, τό 1965-6 καί 1977, μέ ἐπικεφαλῆς τούς ἀρχαιολόγους Φ. Πέτσα καί Λ. Παρλαμά ἀντίστοιχα. Ὅμως ἡ συστηματική ἀνασκαφή τοῦ χώρου κατέστη δυνατή μόνο ἔπειτα ἀπό 16 χρόνια, τό 1993, ἀπό τήν ἀρχαιολόγο Η. Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη. Ἡ προσπάθεια αὐτή, πού συνεχίζεται ἕως σήμερα, ὁδήγησε στήν ἀποκάλυψη μέρους τῆς ἀρχαίας πόλης.
Από την ερευνα προέκυψαν ὅλα τά οἰκοδομικά λείψανα τῆς πόλης. Πρόκειται γιά τέσσερα κτήρια καί λείψανα ἑνός πέμπτου, διαταγμένα κατά τόν ἄξονα Ν-Β. Τό συγκρότημα αὐτό περιτρέχεται ἀπό νότια καί ἀνατολικά ἀπό ἕναν δρόμο πλάτους 2-2,5μ. καί συνολικοῦ μήκους 77μ. Ὁ δρόμος αὐτός πρέπει νά ἦταν πλακοστρωμένος καί συγκρατεῖται νοτιότερα ἀπό ἕναν ἰσχυρό ἀναλημματικό τοῖχο πού σέ ὁρισμένα σημεῖα φτάνει ἕως καί τά 3,5μ. Ἀπό τά παραπάνω κτήρια, ἰδιαίτερης παρουσίασης χρήζουν τά δυό βορειότερα. Πρόκειται γιά δυό ἡρῶα, κτήρια δηλαδή πού ἦταν προορισμένα γιά τήν μετά θάνατον λατρεία ἐπιφανῶν κατοίκων τῆς πόλης. Τό νοτιότερο ἀπό τά δυό εἶναι ἕνα μονόχωρο στεγασμένο κτήριο διαστάσεων 4,10x3,66μ., ποῦ περιβάλλεται ἀπό λίθινο καί σχεδόν τετράγωνο περίβολο (13x16,20μ.) Ἡ εἴσοδος στόν περίβολο καί τό κτήριο δινόταν ἀπό τά ἀνατολικά. Στόν δυτικό τοῖχο τοῦ κτιρίου βρισκόταν ἕνα ὑψηλό βάθρο πάνω στό ὁποῖο ἦταν στερεωμένα τά ἀγάλματα τῶν ἀφηρωισμένων νεκρῶν πού προαναφέρθηκαν. Πρόκειται γιά τέσσερα μαρμάρινα ἀγάλματα ὑπερφυσικοῦ μεγέθους ὅσον ἀφορᾶ στήν ταυτότητά τους, τήν πληροφο
ρούμαστε ἀπό ἐπιγραφές λαξεμένες πάνω στό βάθρο. Οἱ ἐπιγραφές εἶναι οἱ ἑξῆς: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΑΜΜΙΑ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ, ΖΟΪΛΟΣ ΠΑΤΡΑΟΥ, ΠΑΤΡΑΟΣ ΖΟΪΛΟΥ καί ΜΗΔΗΣ ΠΑΤΡΑΟΥ. Πρόκειται προφανῶς γιά μία οἰκογένεια, σεβαστή στήν τοπική κοινωνία τῆς ἀρχαίας πόλης. Τό ὄνομα τοῦ πατέρα ἦταν Πατράος, τῆς μητέρας Ἀμμία καί τῶν τριῶν γιῶν, Ἀλέξανδρος, Ζόιλος καί Μήδης. Δηλαδή τό βάθρο ἔφερε πέντε ἀγάλματα, ἀπό τά ὁποία μας σώζονται τά τέσσερα (τό 1993 τό βάθρο ἀποκαταστάθηκε καί τοποθετήθηκαν σέ αὐτό ἐκμαγεῖα τῶν τεσσάρων ἀγαλμάτων καί τῶν μαρμάρινων ἐνεπίγραφων πλακῶν, ὥστε τό μνημεῖο νά εἶναι περισσότερο προσιτό ἀλλά καί ἐντυπωσιακό γιά τόν ἐπισκέπτη. Ἀπό τά ὀνόματα τῆς οἰκογένειας ἀξιοσημείωτο εἶναι τό Πατράος. εἶναι βέβαια σπάνιο, ἀλλά ὄχι ἄγνωστο στή Μακεδονία, καθώς ἔτσι ὀνομαζόταν ἕνας βασιλιάς τῆς Παιονίας τοῦ 4ου αἵ. π.Χ. καί ἐπιπλέον συναντᾶται καί σέ μία ἐπιγραφή ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Ἐπίσης τό ὄνομα Μήδης δέν μαρτυρεῖται πουθενά ἀλλοῦ, γι’ αὐτό καί ὑποστηρίχθηκε ὅτι εἶναι τό δεύτερο συνθετικό ἑνός ἄλλου ὀνόματος, κάτι ὅμως πού ἀποκλείει ἡ διατήρηση τῆς ἐπιγραφῆς. Ὡστόσο δέν ἀποκλείεται νά ἀποτελεῖ ἀνδρικό τύπο τοῦ γυναικείου ὀνόματος Μήδα. Τά ὑπόλοιπα ὀνόματα, Ἀμμία, Ζόιλος καί Ἀλέξανδρος εἶναι κοινά στή Μακεδονία. Τό μνημεῖο τοῦ Ἡρώου καί τά ἀγάλματα χρονολογοῦνται στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἱ. μ.Χ. λίθινος περίβολοςδιαστάσεων 12,80×13,50μ., ποῦ περιέκλειε πιθανόν ἕνα δεύτερο ἡρῶο. Τό ἐσωτερικό του περιβόλου διαμορφώνεται σέ τρία κλιμακωτά ἐπίπεδα. Στό δυτικότερο, πού εἶναι καί αὐτό πού βρίσκεται σέ ὑψηλότερο ἐπίπεδο, βρίσκεται τό κτήριο πού χωρίζεται σέ τρία τμήματα ἀπό δυό ἐγκάρσιους τοίχους. Ἐδῶ ἐντοπίστηκαν τρεῖς ταφές καί τμήματα δυό ἐπιτύμβιων στηλῶν. Ἐπίσης στό μπάζωμα τῶν δωματίων αὐτῶν βρέθηκαν, κατά τήν ἀνασκαφή, πολλά τμήματα εἰδωλίων τῆς θεᾶς Κυβέλης καί ἴσως ὑποδηλώνουν τήν παλαιότερη λειτουργία τοῦ χώρου αὐτοῦ ὡς ἱεροῦ της θεᾶς. Τά δυό ἡρῶα χωρίζονταν μεταξύ τούς ἀπό λιθόστρωτο διάδρομο, πλάτους 2μ. Ὁ διάδρομος αὐτός διασταυρώνεται χαμηλότερα μέ τόν ἐκτεταμένο πλακόστρωτο δρόμο, πού ἀναφέρθηκε παραπάνω, καί συνεχίζει ἀκόμη ἀνατολικότερα. Ἀμέσως βόρεια ἀπό τόν παραπάνω λιθόστρωτο διάδρομο ἀνασκάφηκε ἕνα ἀκόμη κτίσμα, τό ὁποῖο παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον.
Ἀνασκάφηκε μόνο τό δυτικό τμῆμά του, διαστάσεων 19,50×7μ., τό ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό τρία δωμάτια, τό βορειότερο ἀπό τά ὁποία εἶναι ἕνας πολύ φροντισμένος χῶρος, διαστάσεων 9,60×6,30μ. Τό δωμάτιο αὐτό περιλαμβάνει μία αὐλή στρωμένη μέ πήλινες πλάκες καί μία χτιστῆ δεξαμενή βάθους 3μ. καί διαστάσεων 2,10×1,40μ., ἡ ὁποία ἐσωτερικά ἦταν ἐπιχρισμένη μέ ὑδραυλικό κονίαμα καί εἶχε ἀγωγό γιά τήν ἀπομάκρυνση τῶν ὑδάτων. Δυτικά του ὑπαίθριου χώρου φαίνεται ὅτι διαμορφωνόταν μία στοά, καθώς ὑπάρχουν τρεῖς βάσεις πού θά στήριζαν ἀντίστοιχους κίονες καί σέ ἐπαφή μέ τό δυτικό τοῖχο βρέθηκαν 4 χαμηλές καί ἀνοιχτές στή μπροστινή καί ἐπάνω πλευρά τούς κόγχες καί τῶν ὁποίων ἡ χρήση δέν ἔχει διευκρινιστεῖ ἀκόμα. Ἴσως νά ἐντάσσονται στίς ἐγκαταστάσεις κάποιου ἐργαστηρίου.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνασκαμμένου πολεοδομικοῦ ἱστοῦ συμπληρώνεται ἀπό, τμήματα κτισμάτων βόρεια τοῦ δεύτερου ἡρώου καί ψηλότερα ἀπ’ αὐτό. Τά κτίσματα αὐτά καταλαμβάνουν ἔκταση 8,50×12μ. καί 25,50×23,50μ. καί τά ὅρια του δέν ἔχουν διευκρινιστεῖ ἀκόμη. Οἱ συνεχεῖς ἀλλαγές ὅμως καί ἐπεμβάσεις πού παρουσιάζουν δηλώνει τή συνεχῆ κατοίκηση τοῦ χώρου αὐτοῦ. . Ἡ κορυφή τοῦ λόφου περιτρέχεται ἀπό πολυγωνικό περίβολο, ὁ ὁποῖος ἔχει μῆκος 96μ. καί καταλαμβάνει ἐπιφάνεια 3,5 στρεμμάτων.
Οἱ τοῖχοι τοῦ περιβόλου ἔχουν πάχος 0,60μ. καί εἶναι κατασκευασμένοι ἀπό πέτρες καί χῶμα. Ἀκόμη, στό κεντρικό τμῆμα τοῦ περιβόλου ἀποκαλύφθηκε ἕνα συγκρότημα δωματίων, ὅπου φαίνεται ὅτι λάβαιναν χώρα οἱ βασικές δραστηριότητες τῶν κατοίκων τοῦ χώρου αὐτοῦ, ἐνῶ στό νοτιοδυτικό τμῆμα τοῦ περιβόλου ἐντοπίστηκε ἕνας ὀρθογώνιος πύργος, διαστάσεων 6,10×4,30μ., ποῦ προβάλλει πρός τό ἐσωτερικό.
Ἀπό τόν περίβολο αὐτό μποροῦσε νά ἔχει κανείς τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῆς γύρω περιοχῆς. Ὡστόσο τά ἕως τώρα ἀνασκαφικά δεδομένα δέν ἐπαρκοῦν γιά τόν προσδιορισμό τῆς χρήσης τῶν κτισμάτων του, ἐνῶ τό μικρό πάχος τῶν τοίχων του δέν βοηθάει στόν χαρακτηρισμό τοῦ περιβόλου ὡς ὀχυρωματικοῦ-ἀμυντικοῦ. Μία ἐναλλακτική ἑρμηνεία ἴσως νά εἶναι ὅτι πρόκειται γιά τόν περίβολο ἑνός τεμένους.
Στό νότιο λόφο, ἐντοπίζεται τό νεκροταφεῖο τῆς πόλης. στήν περιοχή αὐτή ἀνασκάφηκε ἕνας κιβωτιόσχημος τάφος καί ἕνας ἀρκετά κατεστραμμένος κτιστός τάφος, μέ προθάλαμο καί θάλαμο, διαστάσεων 5,90×4,10μ. Τά κτερίσματα (εἰδώλια, ἀγνύθες, χάλκινα νομίσματα καί μικρή μαρμάρινη λεοντοκεφαλή) τούς χρονολογοῦν στήν ὕστερη ἑλληνιστική καί στή ρωμαϊκή περίοδο. .
Ὅλα τά παραπάνω στοιχεῖα σκιαγραφοῦν, ἔστω τμηματικά, τήν εἰκόνα μίας ἀρχαίας ἑλληνικῆς πόλης, πού παρουσιάζει συνεχῆ κατοίκηση ἀπό τόν 8ο αἵ. π.Χ. ἕως τόν 4ο αἵ. μ.Χ., ἀλλά μέ περίοδο ἀκμῆς τό διάστημα 1ου-3ου αἵ. μ.Χ.
Τά πολλά καί ποικίλα εὐρήματα εἶναι ἐνδεικτικά γιά τό βιοτικό ἐπίπεδο καί τόν τρόπο ζωῆς τῶν κατοίκων, τίς δραστηριότητες καί τά ἐπαγγέλματά τους. Ἐνδεικτικά, ἡ ἀνεύρεση πολλῶν ἀγγείων τριπτήρων, μυλολίθων καί ἀγνυθῶν (=ὑφαντικά βάρη) μᾶς προσφέρουν σημαντικά στοιχεῖα γιά τόν τρόπο παρασκευῆς τῆς τροφῆς καί κατασκευῆς τῶν ἐνδυμάτων, καθήκοντα πού προφανῶς, ὅπως σέ ὁλόκληρο τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο, ἐπωμίζονταν οἱ γυναῖκες.
Ἐπιπλέον, τά πήλινα ἁμαξίδια, καθώς καί τά πήλινα εἰδώλια ζώων ἀποτελοῦν γλαφυρές μαρτυρίες γιά τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο διασκέδαζαν τά μικρά παιδιά. Τέλος, ὁ ἐντοπισμός λαξευμένων λάκκων, ἡ μεγάλη ποσότητα ἀπό σιδηρόμαζες καί ἡ ὕπαρξη σφραγίδων γιά τήν κατασκευή εἰδωλίων καί λυχναριῶν , φανερώνουν τήν ἔντονη παρουσία ἐξειδικευμένων τεχνῶν, ὅπως τοῦ κεραμέα καί τοῦ μεταλλουργοῦ, παράλληλα μέ παραδοσιακότερες μορφές ἐργασίας, ὅπως ἡ γεωργία. .
Ἐπιπροσθέτως, ἀπό ὁρισμένες κατηγορίες εὐρημάτων μποροῦμε νά ἀντλήσουμε πληροφορίες καί γιά τίς λατρευτικές συνήθειες τῶν κατοίκων.
Ἡ ἔντονη παρουσία καί κυριαρχία τοῦ ἑλληνικοῦ δωδεκάθεου μαρτυρεῖται ἀπό τήν ἀνεύρεση εἰδωλίων τῆς Ἀθηνᾶς, τοῦ Πάνα καί τοῦ κερδώου Ἑρμῆ, ἐνῶ ἡ ὕπαρξη εἰδωλίων ἀετῶν, ὑποδηλώνει λατρεία τοῦ Διός Ὑψίστου. Ἰδιαίτερα ἀγαπητή φαίνεται πώς ἦταν ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου, καθώς βρέθηκε μαρμάρινο ἄγαλμα τοῦ θεοῦ μέ δορά πάνθηρα καί ἕνα ἀκόμη μαρμάρινο κεφάλι, πού φέρει στεφάνι κισσοῦ. Ἄλλωστε, εἶναι γνωστή ἀπό τίς πηγές ἡ ὕπαρξη ἱεροῦ Διονύσου στήν πόλη, πού ὅμως δέν ἔχει ἐντοπιστεῖ ἀνασκαφικά.
Τέλος, ἡ εἰσαγωγή καί λατρεία ξενόφερτων θεοτήτων δηλώνεται ἀπό τήν ἀνεύρεση εἰδωλίων τῆς ἀνατολικῆς θεᾶς Κυβέλης, καθώς καί μία μήτρα εἰδωλίου καί ἕνα χάλκινο εἰδώλιο τῆς αἰγυπτιακῆς θεότητας Bes. Σ’ αὐτό τό σημεῖο προκύπτει ἀβίαστα τό ἐρώτημα, ποιά ἦταν αὐτή ἡ πόλη. Ἡ ταύτιση δέν ἔχει γίνει ἀκόμη μέ βεβαιότητα, ἀφοῦ δέν ἔχει βρεθεῖ κάποια ἐπιγραφική μαρτυρία. Ἔχει διατυπωθεῖ ὅμως ἡ ἄποψη ὅτι πιθανῶς πρόκειται γιά τό Ἴωρον, πόλη γνωστή ἀπό τόν Πτολεμαῖο καί ἀπό δυό ἐπιγραφές, πού προέρχονται ἀπό τή Βέροια καί τό Ἀσκληπιεῖο τῆς Μορρύλου (πού ἐντοπίζεται στό χωριό Ἄνω Ἀπόστολοι Ν. Κιλκίς). Τήν ὑπόθεση αὐτή ἐνισχύει καί ἡ γεωγραφική θέση τῆς πόλης στήν εἴσοδο ἑνός ὀρεινοῦ περάσματος, γεγονός πού πιθανόν δικαιολογεῖ καί τό ὄνομά της (στά ἀρχαῖα ἑλληνικά ἰωρός σημαίνει φρουρός). Εὐελπιστοῦμε ἡ συνέχιση τῆς ἀνασκαφῆς νά δώσει περισσότερα στοιχεῖα πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἀσφαλοῦς ταύτισης τῆς πόλης.
Πηγή http://www.ngonaus.org/nauslib/texts/2006/Laftsidis2006a.pdf Λαφτσίδης Ἀλέξανδρος, Μεταπτυχιακός φοιτητής κλασσικῆς ἀρχαιολογίας Α.Π.Θ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Παλατιανό Νομοῦ Κιλκίς. Ἡ πορεία τῆς ἀρχαιολογικῆς ἔρευνας, ΑΑΑ ΧΧΙΙI-ΧΧVIII (1990-1995), σ. 89-108. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Ἀνασκαφή Παλατιανοῦ 1993, ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 389-399. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Ἀνασκαφή Παλατιανοῦ 1995, ΑΕΜΘ 9 (1995), σ. 405-409. • Ἀναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η., Οἱ ἀρχαιολογικές ἔρευνες στό Παλατιανό 1996, ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 191-204. • Hatzopoulos M.-Loukopoulou L., Morrylos cite de la Crestonie, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 7, Athènes 1964. • Σαββοπούλου Θ., Ἀρχαιολογική περιήγηση στόν Νομό Κιλκίς. Ἀπό τά προϊστορικά μέχρι τά παλαιοχριστιανικά χρόνια, Κιλκίς 1997. • Ζαφειροπούλου Φ., Τό ἡρῶο τοῦ Κιλκίς, ΚΕΡΝΟΣ (τιμητικός τόμος στόν καθηγητή Γ. Μπακαλάκη), σ. 43-52.
31 Δεκεμβρίου 2011
ΤΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ. Η ΜΝΗΜΗ ΑΝΗΚΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ. (ΠΛΩΤΙΝΟΣ)

Το ΕΝ υπερβαίνει τη δυνατότητα της ανθρώπινης αντίληψης, και η ανθρώπινη έκφραση θα μπορούσε μόνο να το αλλοιώσει.
Μπορούμε να πούμε κάτι γι' αυτό, αλλά δεν μπορούμε να το περιγράψουμε. Ούτε έχουμε κάποια γνώση ή διανοητική αντίληψή του. Μπορούμε να πούμε τι δεν είναι και όχι τι είναι.
Για το λόγο αυτό δεν υπάρχει όνομα για το ΕΝ, είναι ανέκφραστο..
Υπάρχει πριν από την ζωή και είναι η αιτία της, εφόσον η ενέργεια της ζωής δεν προηγείται αλλά αντίθετα απορρέει από την ανέκφραστη πηγή του ΕΝΟΣ.
Ο άνθρωπος είναι ψυχή κι έχει ένα σώμα. Η φύση και η ουσία αυτών των δύο πρέπει να διαχωριστεί. Από τη στιγμή που το σώμα είναι σύνθετο, η ανάγκη δεν μπορεί να το διατηρήσει για πάντα στην ίδια κατάσταση. Η γνώση ομοίως δείχνει πως, ότι διαλύεται κατά το θάνατο, δέχεται διαχωρισμούς μιας και κάθε τι που ενυπάρχει σε κάτι, τείνει στο όλο και όμοιό του απ' όπου προήλθε. Η ψυχή λοιπόν, διαχωρίζεται κατά το θάνατο απ' το σώμα.
Λέγεται ότι η ψυχή είναι το σώμα, για το λόγο ότι το σώμα είναι ορατό. Αλλά αν μπορούσαμε να δούμε τη ψυχή, και αν μπορούσαμε να δούμε ότι περιβάλει το σώμα με τη ζωή που κατέχει, θα λέγαμε ότι η ψυχή δεν είναι με κανένα τρόπο το σώμα, αλλά αντίθετα το σώμα περιέχεται μέσα σ' αυτήν, αυτό που ρέει μέσα στο ακίνητο.
Η ψυχή λέγεται ότι υπάρχει στο σώμα όπως ο καπετάνιος σ' ένα πλοίο. Αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Γιατί αφ' ενός βρίσκεται στο πλοίο κατά τύχη και αφ' ετέρου γιατί ο καπετάνιος κυβερνά όλο το πλοίο, ενώ βρίσκεται σ' ένα μόνο μέρος του, ενώ η ψυχή κυβερνά το σώμα και είναι παρούσα παντού. Ένα καλύτερο παράδειγμα θα ήταν εάν λέγαμε ότι η ψυχή είναι παρούσα στο σώμα όπως το φως στον αέρα. Το φως είναι παρόν στον αέρα χωρίς να ανακατεύεται μ' αυτόν. Όταν το φως αποσύρεται απ' τον αέρα, μέσα στον οποίο ακτινοβολεί, αυτός (ο αέρας) δεν κρατά τίποτα απ' το φως, αλλά φωτίζεται μόνο για όσο ο αέρας παραμένει το μέσα του.
Η ψυχή δεν εισέρχεται ολοκληρωτικά στο σώμα. Το υψηλότερο μέρος μένει πάντα ενωμένο με τον νοήμονα κόσμο, ενώ το κατώτερο μέρος της παραμένει ενωμένο με τον αισθητό κόσμο.
Το ανώτερο μέρος της είναι ανεπηρέαστο από την έλξη των παροδικών απολαύσεων και οδηγεί σε μια ατάραχη ζωή. Κάθε ψυχή έχει ένα κατώτερο μέρος που είναι στραμμένο προς το σώμα και ένα ανώτερο που είναι στραμμένο προς τη θεία διάνοια.
Η ψυχή έχει διπλή δράση στη σχέση της με το πάνω και το κάτω. Με την πρώτη της ενέργεια ελέγχει το σώμα και με τη δεύτερη, μελετά τις καταληπτές οντότητες.
Η ψυχή έχει οντότητα με χαρακτηριστική φύση και ενέργειες. Μια απ' αυτές είναι η μνήμη, της οποίας η άσκηση εμποδίζεται μόνο απ' το σώμα. Όταν η ψυχή δένεται στο σώμα, ξεχνάει. Όταν διαχωρίζεται θυμάται. Γι' αυτό το λόγο, το σώμα είναι η πηγή της λήθης. Η μνήμη ανήκει μόνο στην ψυχή.
Αυτό που ονομάζεται αναπόφευκτη ανάγκη και θεία δικαιοσύνη, κυβερνά τη φύση που προκαλεί κάθε ψυχή να εισέρχεται σ' εκείνο το σώμα που έχει επιλέξει. Όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, η ψυχή πλησιάζει το σώμα σ' εκείνο όπου οφείλει να εισέλθει. Κάθε ψυχή έχει την δική της ώρα.
Ο καθένας από μας κουβαλά μαζί του αυτόν το νόμο, ένα νόμο του οποίου η ισχύς δεν πηγάζει απ' έξω, αλλά που είναι έμφυτη.
Ποιος είναι ο σκοπός της μετενσάρκωσης;
Η ψυχή κατέρχεται για να εξελίξει τις δυνάμεις της και για να στολίσει ό,τι βρίσκεται κάτω απ' αυτήν. Η ψυχή αλλάζει σώματα με τον ίδιο τρόπο που σ' ένα θεατρικό έργο ο ηθοποιός πεθαίνει, αλλά στην επόμενη σκηνή, αλλάζει ενδύματα και υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο και επιστρέφει στη σκηνή.
Θάνατος είναι μόνο η αλλαγή του σώματος, όπως και να έχει, αυτός που αναχωρεί θα ξαναγυρίσει να παίξει..
Η Ζωή είναι ένας συνεταιρισμός της ψυχής και του σώματος. Θάνατος είναι ο χωρισμός. Τόσο στη ζωή όσο και στο θάνατο, η ψυχή νοιώθει σαν στο σπίτι της.
Υπάρχουν δυο στάδια μετά θάνατο. Στο πρώτο η ψυχή έλκεται απ' το σώμα που αναπολεί ό,τι ο άνθρωπος έκανε ή υπέφερε κατά την διάρκεια της ζωής του. Στη διάρκεια του χρόνου όμως η ανάμνηση προηγούμενων ζωών θα επιτευχθεί. Για το λόγο ότι με τον καιρό η ψυχή εξαρτάται όλο και λιγότερο απ' το σώμα κι έτσι αρχίζει να θυμάται πράγματα που είχε ξεχάσει στην παρούσα ζωή.
Συναντά τις συνέπειες των προηγούμενων οφειλών της. Αυτοί που στην προηγούμενη ζωή τους, ήταν ιδιοκτήτες σκλάβων, εάν καταχράστηκαν την εξουσία τους, θα γίνουν αυτοί σκλάβοι. Δεν εναπόκειται μόνο στην τύχη το να γίνει κάποιος σκλάβος, φυλακισμένος ή ατιμασμένος. Θα πρέπει να έχει διαπράξει τη βία την οποία εισπράττει.
Εάν επιθυμείς να ανακαλύψεις την διανεμόμενη δικαιοσύνη, δεν είναι αρκετό να εξετάζεις μόνο το παρόν αλλά τόσο το παρελθόν, όσο και το μέλλον. Το σύστημα αυτό ανταποδοτικότητας είναι απόλυτο, δίκαιο και σοφό. Η τάξη που κυριαρχεί στο σύμπαν είναι αιώνια. Επενεργεί στο κάθε τι ακόμα και στα μικρότερα πράγματα.
Ο Θείος νόμος είναι αναπόφευκτος και περιέχει μέσα του τη δύναμη της δικαιοσύνης. Μέσω του νόμου καθορίζεται πώς και για πόσο είναι αναγκαίο κάποιος να υποφέρει. Οι τιμωρίες που εξαγνίζουν το κακό, πρέπει να προέρχονται απ' την τάξη που κυβερνά όλα τα πράγματα. Οι κακές πράξεις τα ατυχήματα και η δυστυχία που καταπιέζουν το καλό, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι οι συνέπειες προηγούμενων σφαλμάτων. Η παγκόσμια τάξη δεν πρέπει να κατηγορείται ως άδικη , αλλά πρέπει να επιμένουμε στη διανομή του δίκαιου. Εάν δεν καταλαβαίνουμε κάποιες πτυχές του Θείου νόμου είναι λόγω κρυφών αιτιών που διαφεύγουν της γνώσης μας.
Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων.
Ο πρώτος αφορά τους ανθρώπους εκείνους που θεωρούν την επίγεια ζωή σαν την αρχή και το τέλος.
Ο δεύτερος αφορά αυτούς που είναι ικανοί σε κάποιο βαθμό να στρέφουν τη ψυχή τους σε πιο υψηλές αξίες.
Και τέλος υπάρχουν οι σοφοί άνθρωποι των οποίων τα μάτια στρέφονται προς το Φως..
ΠΛΩΤΙΝΟΣ ( +204 έως +270) (Επιλογή) http://www.xrysalogia.gr/
Ανάρτηση απο http://enneaetifotos.blogspot.com/2011/12/blog-post_25.html














