MACEDONIA

PAIONIANS

About

Kαλώς ήλθατε στη σελίδα μας!

Είμαι ο Αστεροπαίος απο την Παιονία της Μακεδονίας έλαβα μέρος στον πόλεμο της Τροίας στα χρόνια των Ηρώων, στη μεριά των Τρώων. Ενας πόλεμος μεταξύ αδελφών κράτησε 10 ολόκληρα χρόνια.............. Πολέμησα για την Ελένη την ωραιότερη γυναίκα που είδε άνθρωπος ποτέ στον κόσμο όλο. Οι σπουδαιότεροι πολεμιστές του κόσμου βρέθηκαν εκει για να διεκδίκησουν τούτο το θησαυρό.

Οδυσσέας Ελύτης

Εδω θα βρείτε προσωπικούς προβληματισμούς και ενδιαφέροντα θέματα για την Ελλάδα.

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΘΕΟΣ : ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ

Ασκληπιός - Θεός θεραπευτής.

θΕΑ της νόησης = ΑΘΗΝΑ

ΑΘΗΝΑ ΘΕΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΗΣ - Προστάτιδα του Ομηρικού Οδυσσέα.

ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ

ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ σήμερα

02 Οκτωβρίου 2010



ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ - O ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ




ΟΡΦΕΑΣ

Είπα, κανείς μη, μ' ακλουθήσει, μόνος
Θα πάω, κι αν θα γυρίσω, πάλι μόνος.
Μ' αν δεν ξανάρθω πίσω, τ' όνομά μου
Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω, για νάστε
Στη μοναξιά, που θάρτει, ανταμωμένοι,
Σαν τα παιδιά που εχάσανε πατέρα
Φτωχό, κι ωσά βραδιάσει, σμίγουν όλα
Τριγύρα απ' τη φωτιά βουβά, κι ο νους τους,
Καρφωμένος ακόμα στην αχνάδα
Του νεκρού τους, κοιτάει και μεγαλώνει
Βαθιά του ό,τι τους άφηκε: εν' αλέτρι,
Λίγες φούχτες σταριού, δυο ξύλα ακόμα
Για τη γωνιά. Κι ο πόνος, αγάλι-
Αγάλι. Ξάφνου υψώνεται μπροστά τους,
Πιάνει τ' αλέτρι σα ζευγάς, το στάρι
Σάμπως σποριάς το συντηρνάει, και λέει:
Όλη τη γη μ' αυτά να οργώσω θέλω
Να σπείρω όλο τον κόσμο απ' άκρη σ' άκρη,
Να φάει με μας φτωχολογιά, ποτέ της
Που δε γνώρισε μάνα ουδέ πατέρα,
Φτάνει η φωτιά να κάψει λίγο ακόμα
Στο σπίτι, κι ο νεκρός μας να μη λήψει
Ποτέ απ' ανάμεσό μας.
Και τα πλούτη
Του κόσμου, τα όπλα, οι δόξες, τα χρυσά του
Παλάτια, όλα τους φαίνονται παιχνίδι
Μπρος στ' άλετρι, το στάρι και τη φλόγα,
Του άγιου νεκρού κληρονομιά, που να ίσως
Ψωμί δε φτάνουν σήμερα να δώσουν
Στα ορφανά του, στου πόνου τους τα μάτια
Γιγαντώνονται, κι αύριο, λες, θα θρέψουν
Την πείνα ενός λαού.
Όμοια θα νάναι
Λίγον καιρό κι η ορφάνια Σας, αν φύγω.
Μα η μυστική κληρονομιά, που αφήνω
Σε σας, είν άλλη, κι άλλη στράτα ο νους Σας
Θα πάρει σύντομα απ' αυτή μ ακούτε;



Α' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Κύριε, Σ' ακούμε. Εσύ μας τώπες πάντα:
Το μάτι μεγαλώνει στο σκοτάδι,
Κι η ακοή στη σιωπή. Και Συ το ξαίρεις,
Πως άρχισε στα φρένα μας να φέγγει
Ο πατρικός βυθός και πως στ' αυτί μας
Επρωτομπήκε ο λόγος Σου. Το ξαίρεις,
Κύριε, Σ ακούμε κι η τραχειά ψυχή μας,
Που τη φροντίζεις χρόνια, ως ο τοξότης
Του τόξου τη νευρή, σαν τη αλείβει
Βράδι και αυγή με λάδι, για να ρίχνει
Μακρά το βέλος κι ως το χελιδόνι
Ν' αντιλαλεί από τ άγγιγμα, δονείται
Συθέμελα, τα χείλη Σου ως ανοίξεις.
Μα τι είναι τούτο, που μας λες, πως μόνος
Θα πας, κι αν θα γυρίσεις πάλι μόνος,
Και πως μπορεί να μην ξανάρθεις τι είναι;
Ποιός ειν εδώ από μας, που τη ζωή του
Χωρίς Εσέ τη θέλει; Δε θαρθούμε
Μαζί Σου, Κύριε, πάλι, ανηφορώντας
Τ' άγιου βουνού τα πλάγια όλη τη νύχτα,
Καθώς τότε, που Εσύ μας πρωτοπήρες
Κι αλαφρός ανηφόριζες προς τα ύψη,
Ενώ εμείς την καρδιά μας μεσ' στα στήθη
Σα βακχεμένο τύμπανο να δένει
Τη νιώθαμε κρυφά τη γη με τάστρα;
Γύρα Σου πια δε θάμαστε ολοένα,
Καθώς στις μύριες μάχες, που η πνοή Σου,
Σηκώνοντας ενάντια στους τυράννους,
Με το ρυθμό τις εξετύλιγε όλες
Σ' άγιους πυρρίχιους, ενώ Συ μονάχος,
Δίχως άρματα, μόνο με το βλέμμα
Ή με το χέρι έδειχνες που είν' το δίκιο
Και που είν' η νίκη, Κύριε; Και πως έτσι
Να μας αφήσεις συλλογιέσαι τώρα;



ΟΡΦΕΑΣ

Ποιός μίλησ' έτσι; Κι είναι δικά σου
Τα λόγια, απ' την καρδιά, που σώχω πλάσει;
Έλα, Σιωπή, που φανερώνεις όλη
Τη δύναμη του νου και ξεσκεπάζεις
Τα πιο κρυφά μυστήρια στην καρδιά μας!
Δώρο του Ελέους, που βρίσκεται σε κάθε
Τραχιό και πλέριο αγώνα, που μαρτύρους
Δε λαχταρεί, κατέβα και σε τούτον!
Και Συ, αγριοπερίστερο του θάρρους
Του μυστικού, φανερωμένο μόνο
Στην τέλεια πράξη, χτύπα το φτερό Σου
Στο μέτωπο του μια στιγμή, όπως τόσες
Φορές του τώχεις άξαφνα δροσίσει!
Έτσι λοιπόν, γιατί Σας είπα μόνο,
Πως ορφανοί θα μείνετε, η καρδιά Σας
Ταράχτηκε και ξέχασε ό,τι χρόνια
Τη νουθετώ; «Του χωρισμού όποιος σκίσει
Τα σκοτεινά πελάγη, έχοντας πάντα
Στο νου, αβασίλευτο άστρο, την Αγάπη,
Δε θα να σμίξει μόνο αυτός μ' εκείνους
Οπώχει χάσει, μα, ιερό γιοφύρι,
Κι άλλους θα σμίξει ανάμεσό τους, τόπους
Με τόπους, λαούς με λαούς, οχτρούς με φίλους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες». Και συ, μόλις που είπες,
Πως μεσ' στα φρένα σου φώτα ολοένα
Ο πατρικός βυθός, δειλιάζεις τώρα
Στο χωρισμό;




Α' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ


Κύριε, το ξέρω, σφάλλω.
Τι το πιστό σκυλί καλά γνωρίζει
Ν' αγρυπνήσει του κυρίου του τον τάφο.
Κι όλα αν τα χάσω, ετούτο δεν το χάνω.
Μα πως να χάσω, Κύριε, τη φωνή Σου,
Που, ως την ακούω, λέω, πως τότε μόνο
Το παραπέτασμα του ναού τραβιέται,
Στ άδυτα νάμπω των αδύτων; Πες μου,
Όλα αν τα χάσω, αυτό πως να το χάσω;



ΟΡΦΕΑΣ

Αληθινά συρμένη είναι μπροστά σου
Βαρειά κατάχνια, μήτε που η φωνή μου
Μπορεί με μιας να τη διαλύσει. Ελάτε
Σιμότερα, όχι τη φωνή μου μόνο
Ν' ακούστε, μα το χτύπο της καρδιάς μου!
Ελάτε ακόμα πιο σιμά.
Κοιτάχτε
Στα βάθη Σας και πέστε μου: Θυμάστε,
Πως Σας εδιάλεξα μαζί, κι ένα-ένα;
Μύριοι μ ακλούθααν το γιατί, δεν ξαίραν
Κι οι ίδιοι, ουδέ το ξαίρουν. Αλλ' ως, όταν
Αρχίσει ξάφνου ο ήλιος να 'ναλιώνει
Τα χιόνια στα βουνά και στα ποτάμια
Τους πάγους, τα νερά λευτερωμένα
Κατρακυλάνε καταρράχτες, όμοια,
Μόλις ακούστη η λύρα κι η φωνή μου
Μεσ' στους λαούς, ωρμήσαν πίσωθέ μου
Πλήθη πολλά ως ποτάμια κι ως ετούτα,
Στη θάλασσα αν ορμήσουν, δε μπορούνε
Να ξαναστρέψουν πίσω ή να σταθούνε,
Όμοια κι αυτά ακλουθούσαν.
Μα ήταν κάποιοι
Στα πλήθη μέσα, που κανείς δε μπόρει
Γιατί ερχόνταν να πει. Τι μεσ' στο ρέμα
Των άλλων εφαντάζαν, σαν οι βράχοι,
Που τ' αντισκόβουν κι ήταν μόνοι απ' όλους,
Σιωπηλοί, σκοτεινοί, συλλογισμένοι,
Σα να ρωτιώνταν: Τι γυρεύει ετούτος
Να κάμει; Είν άνθρωπος ή θεός; Δαίμονας είναι;
Κι απ' όλους εφαινόντανε σα νάταν
Στη συμπονιά πρωτόμαθοι, στη γνώμη
Την καλή σαν κρυφά ν αντιστεκόνταν
Με τράχηλα σταλόν, ενώ στο Νόμο,
Που προβοδούσε η Λύρα κι ο Χορός μου,
Μύριες θερίζονταν ζωές. Και τούτοι,
Σα να μεθούσαν από το αίμα μόνο,
Που πλημμύραε παντού, πως πλημμυρίζει
Την άνοιξη τη γην η παπαρούνα,
Στη μάχη πρώτοι εχύνονταν, να νοιώσουν
Τη μυρουδιά του, πλούσια που σκορπιώταν
Τριγύρα τους, κι αλόγιαστα να πάρουν
Απ' τον αγώνα μια πληγή σα δώρο,
Να ξαλαφρώνει το δικό τους.
Τάχα
Για ποιούς μιλώ;


Β' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ


Κύριε, για μας. Κι αν είναι
Η θελησή Σου, άφησ' εμένα τώρα
Να ξακολουθήσω.



ΟΡΦΕΑΣ

Λέγε, είν' η ψυχή σου Ψυχή μου.



Β' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Και μια μέρα, που ο αγώνας
Ο αιματερός σα να ξεχάστη, κι όλα,
Γη κι ουρανός και πέλαγα και γύρω
Τα βουνά σαν τ αγριόκρινα γαλάζια,
Ανασαίναν στον όρθρο αναπαμένα-
Και Συ είχες τραβηχτεί στη μυστική Σου
Σπηλιά, τους καθαρμούς για να οργιάσεις
Των θεών και της ψυχής Σου-ανταμωμένοι
Κρυφά, βαδίσαμε μαζί, ως βαδίζουν
Στα νύχια αλαφροκυνηγοί στο δάσο
Το σύθαμπο, μονάχο να Σε βρούμε
Και δολερά, με μιας, σαν οι Τιτάνες,
Που, με πηλό τα πρόσωπα αλειμμένοι,
Να σπαράξουνε ωρμήσαν το Ζαγρέα,
Για να λυθούν τα μάγια του, που δέναν
Και τα θεριά στο θώρι του, παρόμοια
Να Σε σπαράξουμε και μεις, να πέσουν
Τα δεσμά της γητειάς Σου και να μείνει
Στα χέρια μας η δύναμη, που ακέρια
Με το Χορό, τη Λύρα και το Λόγο
Απ' τους λαούς μας έκλεβες.
Και ξάφνου,
Εκεί που ψάχναμε μ' αυτί ασκημένο,
Αφουκραστήκαμε αναπνιάν ανθρώπου,
Που του ανεβοκατέβαζε τα στέρνα
Ύπνος πρωινός. Κι αργά σιμώσαμε όλοι.
Και να, εκοιμώσουν ήσυχα, ως κοιμάται
Μπρος στη σπηλιά του ένα ξανθό λιοντάρι.
Κι ίδια ως αυτό ξαρμάτωτος κοιτόσουν
Με μοναχά τη χαίτη Σου, και μόνο
Τον πλούτο του άγιου ανασασμού. Και μήτε
Δόρυ στο πλάι Σου μηδ' η Λύρα μόνο,
Στο χέρι Σου είδαμε κατάπληχτοι όλοι,
Πιθωμένο στο στήθος Σου, να σφίγγεις
Ένα εκατόφυλλο μεγάλο ρόδο,
Που, ως ανάπνεες, ανάπνεε, λες, μαζί Σου.
Κύριε, λιγάκι να σταθώ. Τι κοίτα,
Το ήπιο δάκρυ ανάβρυσε στα μάτια
Των αδερφών μου η μνήμη τους ζεστάθη
Και του πρώτου τα χείλη σιγοτρέμουν
Να πάρουνε το λόγο απ' τα δικά μου.
Σωστό είναι, Κύριε, να μιλήσει πάλι.



ΟΡΦΕΑΣ

Μια είν' η ψυχή και μια η καρδιά, ας μιλήσει.



Α' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Κύριε, είν' αλήθεια, πως μου τρέμει τώρα
Το χείλη κι η καρδιά μου μέσα τρέμει
Γιατί, το ξαίρεις κι όμως θα μιλήσω
Έτσι λοιπόν, σκυμμένοι βλέπαμε όλοι
Τον ύπνο Σου, κι αυτό το μέγα Ρόδο,
Όπου ανεβοκατέβαινε στην πνοή Σου
Και κάποιος από μας, χωρίς καθόλου
Να φυλαχτεί μήπως ξυπνήσεις, είπε:
«Ανάξιο γι άντρες είναι να ριχτούμε
Σ ένα παιδί ως ετούτο, μεσ' στον ύπνο
Ας πιάσουμε καλύτερα τ' αλάφι
Ζωντανό». Και γυρνώντας προς εμένα,
«Κέντα τον», μούπε, «λίγο με το δόρυ
Για να ξυπνήσει, γιατί αλήθεια μοιάζει
Ο ύπνος του αδέρφι νάναι του θανάτου
Κέντα τον λίγο». Κι έτσι, όπως επήρα
Τυφλά τη διαταγή, μεσ' στο πλευρό Σου
Το δόρυ μου έσπρωξα αλαφρά, κι αμέσως
Λίγο πορφύρισε ο χιτώνας. Τότε
Τα μάτια ανύποπτα άνοιξες μεγάλα,
Κι μ' αλαφρό αναστέναγμα σηκώθης
Στην κοίτη καθιστός, κι όπως μας είδες
«Τι», είπες, «είναι παιδιά; Πόσο κοιμώμουν
Βαθιά μεσ' του Διονύσου την αγκάλη!
Και τι ήταν ξάφνου ετούτος στο πλευρό μου
Ο γλυκός πόνος, που με πήγε ακόμα
Σιμότερα, θαρρώ, προς την ψυχή μου,
Για να ξυπνήσω βλέποντάς τη; Τι είναι;»
Έτσ' είπες κι ως κατάλαβες το γαίμα,
Που λιγοστόν εγλίστραε στο πλευρό Σου,
«Παιδιά, γιατί», μας ρώτησες, «ετούτο»;
Κι όπως κράταες το ρόδο, στο πλευρό Σου
Το πίθωσες σφιχτά και με το νέμα
Τριγύρα Σου μας κάλεσες «ελάτε»,
Σα νάλεες, «μη δειλιάζετε, καθήστε».
Κι εμείς στο νέμα αυτό καθήσαμε όλοι
Τριγύρα Σου κι ουδ' ένας μας το στόμα
Για να μιλήσει εσάλεψε μα πλέρια
Σιγή ακολούθησε πολλιώρα, ωσότου
Απ' του Παγγαίου την κορυφήν αιφνίδια
Εφάνη ο Ήλιος και, το ματωμένο
Ρόδο ανασκώνοντας μπροστά του, άρχισες έτσι:
«Δικό Σου το αίμα είν', Ήλιε, και δικό Σου
Είναι το Ρόδο και δικός Σου είμαι όλος
Και δικοί Σου είναι τούτοι, τη ζωή μου
Που αν ήρταν για να πάρουνε, τους σμίγει
Τις καρδιές τους σε μια η ανατολή Σου
Με τη δική μου από την ώρα τούτη.
Ο τέλειος πια χρησμός είναι μπροστά Σου,
Απόλλων!
Των θεών η Μάνα, η Νύχτα
Με το χέρι μου στο στέλνει,
Κορφή του ανασασμού, το τέλειο Ρόδο.
Για να το υψώσω ομπρός στα βλέφαρά Σου,
Αγνάντια απ τη χρυσήν ειδή Σου, κάτου
Απ' τα δροσανοιγμένα Σου ρουθούνια,
Πόσο επόνεσα μ' όλους μου τους πόνους!
Η λεύκα ή ο κυπάρισσος, κλεισμένα
Σε φαράγγι, ζητώντας να Σε ιδούνε,
Δεν πήγαν σε τόσο ύψος,
Όσο εγώ για τούτο,
Που, ωσά δροσοκομμένος βόστυχός Σου,
Μοιάζει χυμένο στο ίδιο Σου χρυσάφι.
Μόνο, τ' άγιο Μυστήριο δος μου τώρα
Να φανερώσω και σε τούτους, όπως
Μου το φανέρωσες βαθιά και μένα
Στον ύπνο και στον ξύπνο μου, στη μάχη
Και στην ειρήνη, στη φιλιά ή στην έχτρα,
Στη ζωή και στο θάνατο, αυτό δός μου».
Έτσι ύμνησες, και μεις ολόγυρά Σου,
Στα δόρατα ακουμπώντας και στον Ήλιο
Μπροστά σκυμμένοι, ακούαμε, κι η καρδιά μας
Στον ύμνο εχόρευε όλη ακούγοντάς Σε
Και πια δεν εθυμούμαστε το λόγο,
Που για να Σ' εύρουμε ήρταμε, αλλά, μ' όλη
Την ακοήν ορθάνοιχτη, η ψυχή μας
Το μυστήριο του Ρόδου καρτερούσε
Να της ξηγήσεις, κι είχαμε έναν κύκλο
Γύρα Σου κάμει ασάλευτο, ως την ώρα,
Που κοιτώντας μας άνοιξες το στόμα.



ΟΡΦΕΑΣ

Και τώρα πάλι εγώ θα να τ' ανοίξω,
Τι άλλος κανείς, το ξαίρετε, δεν πρέπει
Του Μυστηρίου τα λόγια να τ' αγγίξει
Στα χείλη του, όσο ζω. Εγώ και πάλι
Στερνή φορά βαθιά Σας θα ξυπνήσω,
Πριν χωριστώ από Σας, την τέλεια Μνήμη.
Ήλιε, από Σένα εγύρεψα βοήθεια
Έτσι ξανάρχισα -, όμως πίσωθέ Σου,
Κι αν τήνε σκέπει ακέρια για τους άλλους
Το φως Σου, εγώ τη Μάνα Σου τη βλέπω
Να Σ' αγκαλιάζει Εσέ, την άγια Νύχτα
Και πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει
Το γιο, αν τη μάνα πρώτα δε γνωρίσει;
Τι κι εγώ γιός της είμαι, κι από βρέφος
Ορφανός κι εγώ πιάστηκα στη ρώγα
Της συμπονιάς της, κάτου από το μαύρο
Τον πέπλο της που μ' έκλειε, κι ως κρατούσα
Το άγιο βυζί, σκιρτούσα ως το κατσίκι
Στο θείο σκοτάδι κι εγώ γιός της είμαι.
Ήλιε, από σένα εγύρεψα βοήθεια,
Τι είσαι αδερφός μου κι είμαι εγώ δικός Σου,
Τι πρώτα Συ γεννήθης από μένα,
Μα ανθρωπομίμητοι είναι, όσο και νάναι,
Μεγάλοι οι δρόμοι Σου, τρανέ αδερφέ μου
Μα πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει
Το γιο, αν τη Μάνα πρώτα δε γνωρίσει;
Ω Μάνα Νύχτα, ω μυστική, ω μεγάλη,
Κι αν τώρα είσαι κρυμμένη από τη λάμψη
Του γιού Σου, σα μια χήρα που τη φτάνει
Ν' ακούει τους άθλους του παιδιού της, κι είναι
Μακρά απ αυτό στα πένθη της ντυμένη,
Μα ευφρόσυνο είν' το πένθος της, γιατί όλη
Κρυφά αγρυπνάει στους άθλους του, ω Μητέρα
Νύχτα, που μέσα κι απ' το φως Σε βλέπω
Πιο καθαρά, ω θεμέλιο του Προφήτη,
Που δεν ποιμαίνει διόλου με τα μάτια
Τους στοχασμούς του, αλλά με την καρδιά του,
Σάμπως λάγιο σγουρόμαλλο κοπάδι,
Που τις πηγές του βρίσκει στα σκοτάδια
Και πίνει αχόρταγα απ το ρέμα, ω Μάνα,
Δος μου και Συ τη δύναμη να μπάσω
Σε τούτων τις ψυχές, που δε Σε ξαίρουν,
Το Μυστήριο του Ρόδου, φέρνοντάς τους
Σκαλί-σκαλί απ΄τη βάση του ως την άγια
Κορφή, που πια και Συ δε φαίνεσαι ίδια,
Σκοτεινή, θλιβερή, μαυροντυμένη,
Παρά χλωμή, βουβή και λευκοφόρα,
Τι απ' του βυθού του πατρικού τα μαύρα
Κι αξεδιάλυτα πλούτη βλέπεις πάντα
Εκεί πάνω, χορεύοντας αγάλι-
Αγάλι πάνω απ' της μουγγής αβύσσου
Τα πλάτη, σάμπως γλάρος να προβαίνει
Ο Αρματωμένος Έρωτας, και πάντα
Τον καρτερείς. Και φτάνει του φτερού του
Το διάβα απάνωθέ Σου, για ν' ανθίσουν
Καινούργιοι κόσμοι μέσα Σου, καινούργια!
Μα εμείς, εδώ μαστε στη γη κι, ω Μάνα,
Πολλά ναι τα σκαλιά ως που ν' ανεβούμε
Στην άγια κορυφή, που όλα τα σμίγει
Σε μια πνοή. Κι αρχίζει από τον Άδη
Το πρώτο το σκαλί και το πιο πάνω
Η άγια το χτίζει Δήμητρα. Γιατί όπως
Όλοι στον Άδη εμπρός οι άνθρωποι είν' όμοιοι,
Όμοια είν' ίδιοι κι αγνάντια από το Στάχι
Το Μυστικό, που η Ελευσίνα υψώνει,
Και σ' όλους πλάι η Περσεφόνη, το ίδιο
Ξάγρυπνη για όλους, την ψυχή χωρίζει,
Σαν το μωρό απ' τη μήτρα, απ' το κορμί τους.
Μα ποιός αυτός, που δίπλα από την Κόρη,
Πριν κι απ' το θάνατο κι ολοένα απάνω
Κι από το θάνατο, βοηθάει το σώμα
Και την ψυχή βοηθάει, ανταμωμένα,
Μέσα απ' τον πόνο, πέρα από τον πόνο,
Ν' ανεβαίνουν χορεύοντας τα πλάγια
Του βουνού, τα πολλά που γίνονται Ένα;
Ποιός απ' τα βάθη του Άδη με την πνοή του
Χορεύει τις ψυχές, σα μύρια φύλλα
Γύρα από δρυ ξερό, να σαρκωθούνε
Σε νέες γενιές, και ποιός σε τούτες μπάζει
Την άγια ορμή τ' ανήφορου; Ποιός άλλος,
Πλούτωνα-Διόνυσε, από Σε, απ' τα βάθη
Τα σκοτεινά της γης σαν ανεβάζεις,
Θεία μαρτυρία της δύναμής Σου, το Άγιο
Το Κλήμα, που, ως βυζαίνει τα σκοτάδια
Της γης και πίνει απ' τα ουράνια δρόσο,
Συνταιριάζει στις φλέβες του το σκότος
Με το φως σ' αίμα πύρινο, δοσμένο
Την άγια Μέθη να κερνά απ' το χέρι
Των θείων Μουσών, που η καθεμιά της στέκει
Κάθε σκαλί, για ν ανεβεί μαζί Σου
Στην κορυφή, κι αλλάζει τ όνομά της
Καθώς αλλάζει το δικό Σου; Κι έτσι,
Από μέθη σε μέθη, ο λογισμός μας
Κι οι αιστήσεις και το θάρρος μας κι η πνοή μας,
Κι από τον ένα Διόνυσο στον άλλο,
Ξάφνου ανεβαίνουμε, ως που πια δε φτάνει
Τ' άγιο Κρασί, τι ανοίγεται στο νου μας
Η ανάπνια, που όλα πια τα σμίγει σ' Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Κι είναι τούτη η ώρα
Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά μας,
Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα
Και λυτρωμός απέραντος, μας μπάζει
Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,
Γιατί είναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση
Της καρδιάς μας για πάντα αναστημένη!
Έτσι είπα και βοηθούσεν ο παλμός μου
Και της ψυχής το σκίρτημα το λόγο.
Και Σεις, ως Σας εκοίταξα, είχατε όλοι
Την όψη και τον τρόπο Σας αλλάξει
Καθώς και τώρα. Κι ένας είχε γύρει,
Πως γέρνει ο δισκοβόλος το κορμί του
Σα φεύγει ο δίσκος, όλος ν' ακλουθήσει
Νους και κορμί το νόημα κι άλλος είχε
Στη γη απλωθεί, ως να βύθιζε τα μάτια,
Τις ρίζες νάβρει του Άδη κι είχε ο τρίτος
Στην όψη του μια φλόγα, ως να συγκράτει
Μ' αγώνα την ορμή, να ξεκινήσει
Προς την κορφή κι ο τέταρτος κρατούσε
Κλειστά τα μάτια, ως ν' άρχιζε από τώρα
Ν' ανασαίνει το Ρόδο, κι η ψυχή του
Σιγά-σιγά από μέσα του λυνόταν.
Κι όλων μαζί μια ζέστη Σας περνούσε
Τις φλέβες μυστικιά, που σταματούσε
Την αναπνιά Σας στα ρουθούνια, κάποιοι
Που τ' άνοιγαν πλατιά κι είχαν κλεισμένα
Τα χείλη τους σφιχτά. Και ξάφνου εκείνος,
Που ως δισκοβόλος έγερνε να πάρει
Το νόημα, το κεφάλι του τανυώντας
Προς τα πίσω, ως να τίναζε ένα βάρος
Τρανό, μου φώναξε έτσι: «Ορφέα, δόσε
Το Ρόδο και σ εμάς και δόστο σ όλους,
Τι είν η ζωή πικρή απ την ώρα τούτη
Που ο ανασασμός του εδιάβη από μπροστά μας
Και δεν απλώθη στην γην όλη. Δώστο
Το Ρόδο στους λαούς, Ορφέα. Τι άγιος
Είναι ο αγώνας του Κρασιού, που, ως λιγοστεύουν
Τα θάρρη της ψυχής, τη σπρώχνει πάλι
Στους ζωντανούς ανήφορους. Μα τώρα
Δως τον αγώνα για το Ρόδο, Ορφέα,
Στους λαούς, για να κινήσουνε όλοι αντάμα
Προς την κορφή, που όλα τα σμίγει σ' Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Μ αγάπη, τόπους μ άλλους τόπους, τάστρα
Με τάστρα, ζωή με θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Δως στους λαούς το Ρόδο,
Ορφέα!»
Έτσ' είπε αυτός και μένανε η καρδιά μου
Μώτρεμε πια, και μώτρεμε το χέρι,
Τέτοια φωνή ανεπάντεχη ν' ακούσω
Κι έτσι χλωμός το ματωμένο Ρόδο
Το σήκωσα στο χέρι μου, ρωτώντας:
«Και που, παιδιά, το Ρόδο θέτε πρώτα
Να το φυτέψουμε στη γη, που θέτε;»
Κι άργιε η απόκριση νάρθει μα αιφνίδια
Αυτός πούχε τα βλέφαρα κλεισμένα,
Ανοίγοντας τα, με φωνή που ερχόταν
Απ' άλλον κόσμο, κι όμως κύλησε όμοια
Με μια βροντή, αποκρίθη: «Στην Ελλάδα!».
Και τα γκρεμά, οι πλαγιές, τα κορφοβούνια,
Σα στήθη που ανασαίνοντας πλαταίνουν,
Θαρρέψαμε, αντηχήσαν: «Στην Ελλάδα!».
Και τότε πια μας τύλιξε ο Παιάνας,
Μας γέμισε ο Παιάνας, μας επήρε
Στα διάπλατα του τα φτερά ο Παιάνας.
«Το Ρόδο, όλοι το Ρόδο στην Ελλάδα!»,
Φωνάξαμε κι ωρμήσαμε κι ώ, πόσοι
Μας έχουν σμίξει από τότε αγώνες!
Τι να τους λέω;



Β' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Και αν δεν τους πεις, πιο λίγο
Θα λάμπουνε για τούτο μεσ στους αιώνες
Και στην καρδιά μας, Κύριε; Έτσι αλήθεια
Φωνάξαμε, κι ωρμήσαμε και πίσω
Απ' την ορμή μας ακλουθούσαν πλήθη,
Που εσπάζανε με μιας τις αλυσίδες,
Που οι τύραννοι παντού τους είχαν βάλει,
Στην ψυχή και στα πόδια και στα χέρια,
Και τώρα με της Λύρας Σου το Νόμο
Χορευτικά αρχινούσαν να σαλεύουν
Με το Ρυθμό. Και Σούφερναν μπροστά Σου
Με τα χέρια δετά τους βασιλιάδες
Και Συ τα χέρια λύνοντας τους, μ' ένα
Χαμόγελο τους έλεγες : «Σηκώστε
Στον ουρανό τα μάτια και κοιτάχτε
Κάθ' αστέρι φωτάει κι απόναν κόσμο
Να, κόσμοι για κατάχτηση». Κι εκείνοι
Μικροί στη Νύχτα εμπρός και στο δικό Σου
Το Λόγο, ζαλισμένοι από την άπλα
Της λευτεριάς Σου, έσκυβαν το κεφάλι.
Κι έλεες στα πλήθη γύρω: «Φυλαχτήτε
Από του πλούσιου το τραπέζι τι άλλο
Πλατύ τραπέζι από της Γης δεν είναι.
Και μη χωρίστε από τη Γη, θαρρώντας
Ψηλότερα από τούτη να καθήστε
Σε θρόνο δόξας ψεύτικης, το θρόνο
Της Γης σαν έχετε όλο αλλ' ό,τι βγαίνει
Από τη Γη, στυλώστε το, είτ' αμπέλι
Είτε δεντρί κι αν γέρνει, δώσετέ του
Και το ίδιο Σας ραβδί να το στεριώσει,
Το ίδιο Σας δόρυ. Έτσι που μια μέρα
Ο Όρθιος Σκοπός να λάμψει απ' άκρη σ' άκρη
Της γης, και, απέραντου βασίλειου σκήπτρο,
Το Ρόδο νάχει κάθε λαός στο χέρι!»
Έτσι έλεες και τα πλήθη Σε κοιτάζαν,
Καθώς κοιτάζει αμάλαγη παρθένα
Τον τέλειον άντρα, που άξαφνα μπροστά της
Εστάθη σαν κολώνα κι η καρδιά της
Τη σπρώχνει στο πλευρό του ν' ακουμπήσει,
Γιατί δεν έχει ξεδιαλύνει ακόμα
Βαθιά της, τι της είναι, αν αδερφός της,
Αν μάνα, ή αν πατέρας, ή αν κρυμμένος
Κάποιος θεός. Παρόμοια και τα πλήθη
Για Σε.
Αλλ' ως ο Λόγος Σου ξαπλώθη
Στην Ελλάδα κι εσπάσαν οι αλυσίδες,
Που εδώ κι εκεί την είχαν περιδέσει,
Κι ανάσαινε όλη, ως ανασαίνουν κάθε
Πρωί τα γαλάζια βουνοπέλαγά της,
Απ' το Παγγαίο όσοι είχαμε κινήσει,
Τώρα γοργά τα πλάγια ανηφορώντας
Του Παρνασσού, μια αυγήν εμπήκαμε όλοι
Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο
Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι.
Και τότ' εκεί, τα σκορπισμένα μέλη
Καλώντας της Ελλάδας πρώτα, ως νάρθουν
Σιγά-σιγά τα μέλη όλου του κόσμου
Το παγκόσμο στη γη να δέσουν Ρόδο,
Στο αγνό του το παράδειγμα Δωρίδα,
Ιωνία, Φωκίδα, Βοιωτία, Λοκρίδα,
Την Αρκαδία, την Αργολίδα, όλες
Τις χώριες της φυλές, φωνάζοντάς τις
Μαζί, καθώς ο Απόλλωνας τις Μούσες,
Την ώρα τούτη, κι, ως πληγή, που μόλις
Ανοίχτη κι έμοιαζε πως είναι η βρύση
Της ίδιας μου καρδιάς, τώρα που αρχίζει,
Καθώς μιλάς, να κρυώνει, μου γεμίζει
Πόνο κρυφό τα φρένα μου κι ως μέσα
Στα βάθη της ψυχής!
Μα τι με τούτο;
Απ την Αδράστεια θρέφεται ο Προφήτης,
Με την Ανάγκη ζει και την καθάρια
Γεννά Ειμαρμένη. Κι όμως είν' ο πόνος
Σκληρός, αν άσκοπα τη γη ποτίζει
Το αίμα και το σφάγιο το μεγάλο
Σπαρνά, χωρίς κανένας να του πάρει
Την ύστερη ματιά.
Το ξέρεις τάχα,
Ποιά μου άνοιξες πληγή; Και γιατί φεύγω,
Παιδιά; Δε με ρωτήσατε; Κι ως τώρα,
Το θάρρος μόνο να μη χάσετε, είπα,
Στο χωρισμό. Μα τώρα ελάτε, ελάτε
Κι ακόμα πιο σιμά, από την πληγή μου
Να πιείτε ν' αλαφρώσει. Γιατί φεύγω
Να Σας το πω, κι αν φεύγω, γιατί μόνος,
Κι αν δεν ξανάρθω πίσω, τ' όνομά μου
Γιατί Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω,
Στη μοναξιά Σας νάστε ανταμωμένοι
Κι Ένα με με για πάντα.
Όχι, δεν είναι
Η τάξη η σαρκική, δεν είν' η δόξα
Όπου μετριέται, που μπορούν να δώσουν
Το πλήρωμα του πόθου, που ο Προφήτης
Το βλέπει μόνος μεσ' απ' τους αιώνες
Στα σκοτεινά να λάμπει, τι η ψυχή του,
Ριζωμένη στη θλίψη ωσά σε βράχο,
Βυζαίνει όλη τη νύχτα από τη ρώγα
Των άστρων και τη μέρα από τον ήλιο,
Και προχωρεί ως εκεί, που πια κι η μέρα
Κι η νύχτα φέγγουν γύρα του σα γάλα
Δεν είν' η τάξη η σαρκική κι ο χρόνος
Οπού μετριέται, που θα δώσουν τούτο
Το πλήρωμα, είν' ο Έρωτας, που λέει
Και δε σιγάει στιγμή μεσ' στην καρδιά μας:
«Όλο ν' αθλείς και να μην πείς ποτέ σου
Πως νίκησες τι όσο τρανά και νάναι
Ο άθλος και η νίκη, αληθινά είναι πάντα
Μικρά μπροστά στον Έρωτα».
Και τούτο
Τον Νόμο, κρύφιο στύλο του Όρθιου Λόγου,
Σαν την αυγήν εκείνη μπήκαμε όλοι
Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο
Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι,
Τον παραδίνω ακέριο, με το Μέτρο
Και το Ρυθμό, σκαλί-σκαλί απ την κούνια
Του μόχτου, εξηγημένο ένα προς ένα,
Στους ιερείς, και αδρά τους θωρακίζω
Με δύναμη διπλή, ζωή και γνώση,
Τη διπλή κορυφή για ν' ανεβούνε
Των δυο τρανών Θεών και τη Συνθήκη
Τη μυστική τους να τη φέρουν πλέρια
Χαραγμένη σε πλάκες στα έρμα πλήθη,
Που καρτερούν ακόμα τ' άγιο Μέτρο
Να τα στυλώσει όλα μαζί. Κι ακόμα,
Το Ρόδο το εκατόφυλλο τους δίνω,
Το σύμμετρο εκατόφυλλο, όπου όλα
Τα φύλλα του ένα, και καθένα είν' όλα,
Της μύησης το στεφάνωμα. Και κείνοι,
Με τη ζωή μεθούν τους λαούς κι ολοένα
Στρέφουν τη γνώση ενάντια τους, κι αφήνουν
Της αγίας συμμετρίας τ' Ολύμπιο δώρο,
Το μυστικό εκατόφυλλο, να ρέψει
Πότε σ' αυτό και πότε πάνω στ' άλλο
Σκαλί της Μέθης κι ο καθένας στέκει
Σε κείνο το σκαλί και λέει: «Είν όλος
Ο Διόνυσος δικός μου» και θαρρώντας,
Στην κορυφή πως έφτασε, με λόγο,
Με πράξη ή τρόπο κλείνει και στους άλλους
Τους δρόμους τ' άγιου ανήφορου, όπου λάμπει
Η αγνή ψυχή του απάνω κόσμου ακέρια,
Που η Λευτεριά είναι Γνώση, η Γνώση Αγάπη,
Και πια, απ' τη Γνώση τούτη, δεν είν άλλη.
Και να, αδερφοί μου! Αύριο ξημερώνει
Η αυγή, που στου Παγγαίου το κορφοβούνι
Τ' Όργιο τ' αγνό να λειτουργήσω μέλλω,
Στο βωμό πώχω στήσει απάνω-απάνω
Του Απόλλωνα, κομίζοντας το Ρόδο,
Που ζωής και γνώρας είδωλο, στους κάμπους
Με τόσην αναστήσαμε άγρυπνη έννια!
Το Ρόδο θέλω να του πάω, και ξαίρω,
Πως στου βουνού τα πλάγια καρτερούνε
Οι Μαινάδες, που μόλις εγευτήκαν
Του Βασσαρέα Διόνυσου τη χάρη
Και του Σαβάζιου του ρυθμούς, κι «ειν όλος»,
Φωνάζουνε, «ο Διόνυσος δικός μας,
Και το δικό μας το Ρόδο» και προσμένουν
Να μου το πάρουν απ' τα χέρια, κι όλα
Σκορπίζοντας τα φύλλα του, κι εμένα
Σφάγιο τ' Οργίου τους να με σύρουν. Κι όμως
Το Ρόδο πρέπει αυγή στο κορφοβούνι
Να φέρω του Παγγαίου, και να το φέρω
Δίχως οργή, αλαφρός, γαλήνιος, μόνος,
Γεμάτος απ' το θάμα του, γεμάτος
Από την πλέρια του ευωδιά, γεμάτος
Από την άγια συμμετρία του, όλος
Γεμάτος απ τη γνώρα του και μόνο.
Και τι να πω αύριο στον Ήλιο; «Σήκω,
Σαΐτεψε το φίδι, πώχει αφήκει
Η παλιά φιδομάνα και που τώρα
Πάλι τη γην ολόγυρα γυρεύει
Στις δίπλες του σφιχτά για να τυλίξει»;
«Ξύπνα», να πω, «Τιτάνα Εσύ, και πάλι,
Κυκλόφερε τα θεία πατήματά Σου,
Τα θεία Σου τα σκιρτήματα τριγύρω
Στο φοβερό ερπετό που ξαναζώνει
Τη γη κι ο οσκρός του αρχίνισε να τρέχει
Στις θείες πηγές Σου, φαρμακώνοντάς τις»;
Τέτια να πω τη μέρα, που να πάω
Μπροστά του πρέπει ανόργιστος, γαλήνιος,
Γεμάτος απ τη γνώρα του, γεμάτος
Από την άγια λάμψη του, γεμάτος
Από το φως το μάγο του, γεμάτος
Ακέριος απ το θάμα του και μόνο;
Τι αλλοίμονο, αν δεν πάω εγώ το Ρόδο
Στου μυστικού του γυρισμού τη μέρα,
Που, διασκελώντας τα υπερβόρεια πλάτη,
Παντέχει μόνο αγνάντια του ένα χέρι
Να του γνέψει: «Είμαι εδώ και Σε προσμένω»!
Και πως, το Ρόδο αν αύριο δεν του πάω,
Κατόπιν από με κανείς θ' ανέβει,
Άντρας ή λαός, το χάος για να μαγέψει
Με την κρυφή του λάτρα κι από πάνω
Να γυρίσει γαλήνιος και μεγάλος
Στα σκοτεινά τα βάραθρα;
Ω καλοί μου,
Όλο ν' αθλεί και να μη λέει ποτέ του
Κανένας πως νικά γιατί, όση νάναι
Η νίκη και η θυσία, θα νάναι πάντα
Μικρά μπροστά στον Έρωτα.
Ώ καλοί μου,
Σε λίγο Σας αφήνω, και τι τάχα
Για παρηγόρια να Σας πω; Είστε οι λίγοι
Σπόροι μιας άμετρης σποράς, νανθίσει
Που θα ν' αργήσει αιώνες; Μα είστε οι σπόροι
Ενός ακέριου λυτρωμού, και φτάνει.
Κι, ω αγαπημένοι, αν θα δειπνήσω απόψε,
Σ' ομοφαγία κρυφά μαζί Σας τ' άγιο
Ψωμί και το Κρασί, τα φύλλα ακόμα
Του πρώτου του εκατόφυλλου, που σ' Ένα
Την αναπνιά μας έσμιξε, κι αν τώρα
Ξερό ναι, όλο και πιότερο ευωδάει,
Πηγή της τέλειας Μνήμης και του Πόνου
Και του Σκοπού, να Σας τ' αφήσω θέλω,
Να Σας θυμίζει, κι απ' τα βάθη του Άδη,
Τα μυστικά σκαλιά, που η κάθε Μούσα
Φυλάει κρυφά κι αλλάζει τ' όνομά της
Καθώς του Διόνυσου και να, από μνήμη
Σε μνήμη, ο λογισμός Σας ν' ανεβαίνει,
Και οι αιστήσεις και το θάρρος Σας κι η πνοή Σας,
Ως την ψηλή κορφή, που πια δε φτάνει
Τ' άγιο Κρασί, τι ανοίγει πια στο νου Σας
Η ανάπνια, που όλα Σας τα δίνει σ' Ένα,
Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη
Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες. Κι αυτή νάναι η ώρα
Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά Σας,
Κι η ώρα του Ορφέα νάναι σε Σας για πάντα,
Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα
Και λυτρωμός τεράστιος, θα Σας μπάζει
Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,
Τι θάναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση
Της καρδιάς Σας για πάντα αναστημένη!
Μα να, βραδιάζει ο Έσπερος εφάνη
Στον ουρανό κι είναι μακρύς ο δρόμος
Ως την κορφή. Τα χέρια δώστε τώρα
Ανάμεσό Σας και στεριώστε πάλι
Τη μαγικήν ασύντριφτη αλυσίδα,
Που με τον Όρκο εδέσατε τη νύχτα
Την πρώτη, που ολοφάνερα μπροστά Σας
Μέσα στα ουράνια δούλευε ο Πατέρας,
Τα σκότη οργώνοντας βαθιά, κι ο νους Σας
Δέχτη τα πρώτα φέγγη του κι ο πόθος
Ο μυστικός, από τη μαύρη βάση
Της γης, τινάχτη ως δόρυ πέρα απ τ' άστρα!
Κι εγώ τη Λύρα θα κρατήσω ακόμα
Για Σας απόψε μια φορά. Σκωθήτε,
Τι σκοτεινιάζει ο Έσπερος εφάνη
Χτυπάτε τις ασπίδες Σας κι αρχίστε
Το μυστικό πυρρίχιο το στερνό μου.
Τις ασπίδες χτυπάτε. Όρθιοι στον Όρθιο
Της ψυχής Σας Σκοπό. Κι αρχίστε αγάλι
Το φοβερό Χορό του Τέλειου Νόμου.
Τραγουδήστε τον Όρκο. Αυτόν αφήνω
Στον τόπο μου. Κι ακέρια την ψυχή Σας
Μεσ' στον Τιτάνα αιθέρα ριζωμένη
Κρατείτε πια. Ορφανά παιδιά, χορεύτε!
Την άγια Λύρα εχτύπησα. Ορκιστήτε!

(Όρθιος ο Ορφέας κρούει τη λύρα. Οι πολεμιστές σηκώνουν
τις ασπίδες τους και αρχούνται γύρωθέν του. Τραγουδάν).



ΧΟΡΟΣ

Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός
Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ' ως το χνάρι
Το πρώτο του αχνοχάραξεν η χάρη
Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,
Γέμισε αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,
Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως.
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Με θεούς κι ανθρώπους δένουμε τα χέρια εδώ,
Τι πάνω από των χρόνων και των τόπων
Τα σύνορα την άγια Σου επωδό
Μας χάρισες. Απ' τ' άραχλο σκοτάδι
Του πόνου μας ελέησες τη χαρά,
Μονάκριβη σα νάβγαινε απ΄τον 'Αδη
Με κρύφια παντοδύναμα φτερά.
Κι απ' το βαθύ Σου αμέτρητο βασίλειο,
Ακούραστο Τιτάνα κάθε αυγή,
Απάνω από τις έχθρητες τον Ήλιο,
Ν' αγκαλιάζει στα χέρια του τη Γη.
Κι από τη γην εμείς, που η άγια μέθη
Μας ύψωσε ως το μέγα μυστικό,
Που απ' ουρανό και γην αντάμα εδέθη
Το Ρόδο, ω Νύχτα, τούτο το Ορφικό,
Της πιο κρυφής φροντίδας μας το θρέμα,
Τ' ορκιζόμαστε, πάνω από ναούς,
Να το ποτίσουμε όλο μας το γαίμα,
Για να το δώσουμε αύριο στους λαούς.
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,
Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός
Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ ως το χνάρι
Το πρώτο του αλαφρόγραψεν η χάρη
Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,
Γιομίζει αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,
Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως!

10 Ιουλίου 2010

Τι ήσαν λοιπόν οι Έλληνες Θεοί;

OI AΡΧΑΙΕΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ

Ήρθαν λοιπόν οι τσοπαναραίοι, κι αφού γκρέμισαν όλο τον αρχαίο πολιτισμό - τη δική μας αρχαία κληρονομιά - μας επέβαλαν, χωρίς να μας ρωτήσουν, την "τέλεια" θρησκεία τους.

Εδώ δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με δαύτη. Εδώ θα ασχοληθούμε εν συντομία με εκείνη την άλλη, την "ατελή" - όπως την χαρακτήρισαν - θρησκεία των προγόνων μας και θα εξετάσουμε συνοπτικά τις... ατέλειές της, παρόλο που οφείλουμε εξαρχής να της αναγνωρίσουμε ότι αποτελούσε τον άριστο συνδετικό κρίκο όλων εκείνων των λαμπρών εκφράσεων του αρχαίου πολιτισμού, εφόσον πίσω από κάθε καλή τέχνη κρυβόταν και μια Μούσα, πίσω από κάθε τεχνική ο Ήφαιστος, πίσω από κάθε είδος καλλιέργειας της γης η Δήμητρα, πί­σω από κάθε σχολή φιλοσοφίας η Αθηνά, πίσω από κάθε νομοθεσία η Θέμις, πίσω από κάθε θεραπευτική μέθοδο ο Ασκληπιός, πίσω από κάθε θεατρική παράσταση ο Διόνυσος, πίσω από κάθε εμπορική δραστηριότητα ο Ερμής κ.ο.κ.


Ποιες ήταν λοιπόν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των προγόνων μας; Μας έχουν μάθει να λέμε και να νομίζουμε ότι "οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στους Δώδεκα Ολύμπιους και σε άλλους αναρίθμητους Θεούς και Θεές".

Αυτό είναι ψέμα. Το ρήμα "πιστεύω" απουσιάζει παντελώς από την ορολογία

των αρχαίων ελληνικών θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ο όρoς "πίστη" παραπέμπει στην τυφλή αποδοχή ενός αυταρχικού Και ανεξέλεγχτου δόγματος ενώ το επίθετο "πιστός" χαρακτηρίζει μόνον τον δούλο. Οι πρόγονοι μας όμως ήσαν άνθρωποι ελεύθεροι. Δεν "πίστευαν" στις Θεές και τους Θεούς. Απλά τους λα­τρεύαν. Και η έννοια της λατρείας μας οδηγεί κατευθείαν σε εκείνην του έρωτα.

Διότι μόνον ο ερωτευμένος λατρεύει. Μόνον ο ερωτευμένος έλκεται από το κάλλος του υποκειμένου των συναισθημάτων του και το λατρεύει, όπως ακριβώς έλκεται η ψυχή από την ευωδιά και την ωραιότητα του σχήματος και των χρωμάτων του άνθους.

Δεν "πίστευαν" λοιπόν οι πρόγονοί μας στις Θεές και τους Θεούς. Αντίθετα τους λάτρευαν διότι ήσαν ερωτευμένοι μαζί τους. Ήσαν ερωτευμένοι με την απαράμιλλη ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Ερωτευμένοι με το χάραγμα, ερωτευμένοι με το δειλινό, ερωτευμένοι με τον γαλάζιο ουρανό, ερωτευμένοι με τα μεγαλόπρεπα βουνά, ερωτευμένοι με την πολύτροπη θάλασσα, ερωτευμένοι με τον χρυσαφένιο ζωοδότη Ήλιο, ερωτευμένοι με τη αργυρόμορφη αινιγματική Σελήνη, ερωτευμένοι με τη γονιμοποιό βροχή, ερωτευμένοι με τη νοτισμένη γη, που την καρπίζει η βροχή στα πλαίσια της θεσπέσιας συνουσίας της καταιγίδας.

Οι πρόγονοί μας γνώριζαν ότι κινητήριος δύναμη κάθε έκφρασης της Ζωής είναι η ερωτική έλξη και για τούτο λάτρευαν τον Θεό Έρωτα. Κι επειδή το πρώτο όπλο της ερωτικής έλξης είναι το Κάλλος, οι πρόγονοί μας λάτρευαν την ομορφιά. Οι πρόγονοί μας ήξεραν ότι το μέσο για την κατανόηση του Σύμπαντος Κόσμου είναι η ευφυΐα του νου. Κι επειδή το υπέρτατο κόσμημα του νου είναι η Γνώση, οι πρόγονοί μας λάτρευαν τη σοφία. Κοκ...



ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΑ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Τρεις λέξεις αρκούν για να περικλείσουν όλο τον πλούτο των λατρευτικών συναισθημάτων και όλη την ουσία των αρχαίων θρησκευτικών πεποιθήσεων: Φιλοπατρία, Φιλοκαλία, Φιλοσοφία.

Έρως προς την Πατρίδα, έρως προς το Κάλλος, έρως προς την Σοφία. Και οι ερωτευμένοι πρόγονοί μας με την Πατρίδα, το Κάλλος και τη Σοφία έπλασαν αναρίθμητους μύθους προκειμένου να προσφέρουν στις επόμενες γενιές - και σε μας εν τέλει με τρόπο ποιητικό άρα καλαίσθητο και διαχρονικό όλο το απόσταγμα αναρίθμητων αιώνων λαϊκής γνώσης και εμπειρίας.

Ιδού η αξία των μύθων. Και οι μύθοι βέβαια μας μιλούν για τις Θεές και τους Θεούς



Τι ήσαν λοιπόν οι Έλληνες Θεοί;

Μήπως πλάσματα της φαντασίας και των "ατελών" θρησκευτικών πεποιθήσεων των προγόνων μας ή μήπως κάτι άλλο πολύ πιο σημαντικό;

Μήπως υπέρτατες οντότητες που φώτισαν με τις διδασκαλίες τους, τους απολίτιστους προγόνους των προγόνων μας;

Μήπως "σπεπτομορφές" ικανές να παρεμβαίνουν στην καθημερινότητα;

Μήπως γοητευτικοί ήρωες ψεύτικων ιστοριών;

Μήπως άψυχα ξύλινα, πέτρινα ή μεταλλικά αγάλματα ωραiων ανδρών και γυναικών;

Μήπως χαμερπής εσμός ασυγκράτητων ερωτύλων που συνουσιάζονταν αδιάκοπα και γεννούσαν ομοίους τους;

Μήπως αρχαιότατοι ευγενείς πρόγονοι των προγόνων μας που ωφέλησαν με τα έργα τους τις ανθρώπινες κοινωνίες;

Ή μήπως ποιητικές εκφράσεις των φυσικών δυνάμεων οι οποίες συνιστούν, ορίζουν και διασφαλίζουν τη λειτουργία του! Σύμπαντος Κόσμου;



Οι Έλληνες Θεοί δεν ορίζονται εύκολα.

Περικλείουν έναν τόσον απροσμέτρητο πλούτο εννοιών, γνώσεων και συναισθημάτων, ώστε τόμοι ολόκληροι εμπεριστα­τωμένων διατριβών δεν θα αρκούσαν προκειμένου να τον κατα­γράψουν. Οι Έλληνες Θεοί είναι πολύμορφοι, πολυποίκιλοι, πολυεπίπεδοι.

Την μια στιγμή εμφανίζονται ως τρυφεροί σύντροφοι στα όνειρα των παιδιών, ικανοί να τους εμπνεύσουν, διαμέσου της γοητείας της μυθικής αφήγησης, ύψιστα ιδανικά, καθοριστικά για όλο τους τον βίο, την επομένη παρουσιάζονται ως πρόθυμοι φίλοι και αρωγοί στην κάθε καθημερινή δυσχέρεια των ενηλίκων που τους επικαλούνται, κι έπειτα εμφανίζονται σε όσους το επιθυμούν, ως σοφότατοι και πάντα φιλικοί ιεροφάντες, ικανοί να αποκαλύψουν στους μύστες πλήθος ψηγμάτων αιώνιας κο­σμικής σοφίας.

Οι Έλληνες Θεοί δεν βρίσκονται εκτός του Σύμπαντος Κό­σμου ούτε κατασκεύασαν τον Κόσμο

Ο Κόσμος τούτος υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει από μόνος του. Οι Θεές και οι Θεοί απλά τον κατοικούν και τον φροντίζουν.

Είναι δυναμικά μέλη του Σύμπαντος Κόσμου, αναντικατάστατες συνιστώσες της λειτουργίας του.

Ή - επαναλαμβάνω - ποιητικές εκφράσεις των φυσικών δυνάμεων οι οποίες συνιστούν, ορίζουν και διασφαλίζουν τη λει­τουργία του Σύμπαντος Κόσμου!..



ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΘΕΟΙ;

Όπως διαπιστώσατε εδώ μιλώ ήδη ωσάν να υπάρχουν πράγματι οι Έλληνες Θεοί. Ωσάν να μην ανήκουν στην "ατελή", λησμονημένη και περιφρονημένη θρησκεία των προγόνων μας.

Μιλώ σαν να υπάρχουν και τώρα...

Μιλώ δηλαδή σαν να υπάρχει όντως η Γη, ο Ήλιος, η Σελήνη, ο 'νεμος, η Θάλασσα, η Βροχή, η Βλάστηση, η Ζωή...Γιατί;

Δεν υπάρχουν;

Κι αφού υπάρχουν όλα αυτά, δεν υφίστανται συνάμα και οι αρχαίες εκείνες πάγκαλες ποιητικές εκφράσεις των ανωτέρω που ονομάζονται αντίστοιχα Δήμητρα, Απόλλων, 'ρτεμις, Αίολος, Ποσειδών, Ζευς, Φύσις, Έρως Κ.Ο.κ.

Κι αφού υπάρχουν οι Θεές και οι Θεοί - έστω και ως ποιητικές εκφράσεις των φυσικών δυνάμεων του Σύμπαντος Κόσμου. κι αφού εγώ, ως κάτοικος τούτου του πλανήτη, τους οφείλω, όχι μόνον την ύπαρξη αλλά και την διατήρηση της ύπαρξής μου, τι μ' εμποδίζει να τους εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου γι' αυτό, ή ακόμη περισσότερο, γοητευμένος από το Κάλλος τους, να τους ερωτευτώ και ως ερωτευμένος μαζί τους, να τους λατρέψω;

Πόσον καιρό έχετε, φίλες και φίλοι μου, να απολαύσετε ένα ηλιοβασίλεμα;

Πάει καιρός; Δεν προλαβαίνετε; Είστε υπερβολικά απασχολημένοι, τρέχετε και δεν φτάνετε στην αγωνία σας να πλουτίσετε τους πλούσιους, προκειμένου να επιβιώσετε, και στο μεταξύ εσείς δυστυχείτε αλλά κι αυτοί οι κλέφτες του μόχθου σας δυστυχούν, διότι κατά κανόνα καταναλώνουν τον πλούτο που σας κλέβουν σε φάρμακα και σε γιατρούς;

Ο φίλος μας ο Απόλλων όμως, ως Θεός Ήλιος, ανατέλλει και δύει κάθε ημέρα και μας προσφέρει δωρεάν την απαράμιλλη ωραιότητα των χαραγμάτων και των δειλινών.Αρκεί μια στιγμή από τον πολύτιμο χρόνο μας για να απολαύσουμε τα δώρα του Θείου Απόλλωνος και να ερωτευτούμε την ομορφιά του.

Η αδελφή του, η φίλη μας η Θεά 'ρτεμις, ως Θεά Σελήνη,διατρέχει την περίοδό της - σαν γυναίκα - κάθε μήνα και συμπληρώνει ένα πλήρη κύκλο μεταμορφώσεων.

Και κάθε Της όψη - Νέα Σελήνη, Πρώτο Τέταρτο, Πανσέλη­νος, Τρίτο Τέταρτο - μας προσφέρει δωρεάν την απαράμιλλη ωραιότητα της ακοίμητης δορυφόρου της Γης. Το αργυρό Της Κάλλος εμπνέει αιώνες τώρα ποιητές και ερωτευμένους... Αρκεί μια στιγμή από τον πολύτιμο χρόνο μας για να απολαύσουμε τα δώρα της εξαίσιας Φοίβης και να ερωτευτούμε την ομορφιά Της. Και ανάλογες φυσικές απολαύσεις μας προσφέ­ρουν σε κάθε τους εκδήλωση όλοι οι Αθάνατοι Θεοί!..

Η διαρκής λοιπόν επιδίωξη εκ μέρους μας των φυσικών απολαύσεων της Ζωής, μας κάνει ήδη μετόχους της θρησκείας των προγόνων μας.

Διότι είτε καταπιανόμαστε με μια δημιουργική εργασία, είτε περιπατούμε σε ανθόσπαρτους αγρούς, είτε καλλιεργούμε την γη, είτε παρακολουθούμε μια θεατρική παράσταση, είτε κολυ­μπάμε στη θάλασσα, είτε συμμετέχουμε σε αθλητικούς αγώνες, είτε γλεντάμε, είτε τραγουδάμε, είτε χορεύουμε, είτε ερωτευό­μαστε, είτε ανατρέφουμε τα παιδιά μας, δεν κάνουμε στην ουσία τίποτε περισσότερο παρά να απολαμβάνουμε τα δώρα των Αθανάτων Ελλήνων Θεών και να λατρεύουμε ερωτευμένοι την Ωραιότητά Τους!..

Όλα τούτα έκαναν οι πρόγονοί μας και όλα τούτα τα κάνουμε κι εμείς. Κι από την οπτική αυτή οι Αθάνατοι Έλληνες Θεοί, όχι μόνον υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν αλλά κι εμείς ­έστω ανυποψίαστοι - τους λατρεύουμε. Διότι σαν όντα ζωντανά λατρεύουμε τη Ζωή, είμαστε ερωτευμένοι μαζί της, και οι Θεοί μας είναι οι δυναμικές συνιστώσες της διατήρησης και της συνέ­χειας της Ζωής.






Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ

Σήμερα μάλιστα, καθώς αποξηραίνονται μέρα με την ημέρα οι εγκληματικές ιδεολογίες του φονικότατου Εικοστού μετά χυδαιότητας αιώνα, καθώς ορθώνεται εμπρός μας η μέγιστη πρόκληση του καθαρμού του νου μας και του περιβάλλοντός μας από την κόπρο της μισαλλοδοξίας, του αντιερωτισμού, της σιμωνίας, της τεχνολαγνείας και όλων των άλλων τεράτων που γεννοβόλησε εδώ και αιώνες η μέγιστη Ύβρις της αμετροέπειας, καθώς φουντώνει η αγανάκτηση ενάντια στους εχθρούς της Ζωής - είκοσι χρόνια για να μεγαλώσεις ένα παιδί, είκοσι δευτερόλεπτα για να το σωριάσει μια σφαίρα νεκρό - καθώς οι παρελθούσες ιδεοληψίες καταρρέουν είδαμε τους "δεξιούς" να καταριούνται το ίνδαλμά τους, την Αμερική, και το επαίσχυντο σύνθημα-εξίσωση "ο χρόνος είναι χρήμα", όπως είδαμε και τους αριστερούς να σιμωνίζουν αναίσχυντα καταστρέφοντας με τα ίδια τους φιλάργυρα χέρια την "ιδανική" Σοβιετία τους η ύψιστη Θεά Ανάγκη μας ωθεί όλους και πάλι προς τα εκεί, προς την Αρχαία Κληρονομιά, προς τον Έρωτα του Πάτριου, του! Ωραίου και του Σοφού, προς την Φιλοπατρία, την Φιλοκαλία, την Φιλοσοφία, προς την αρχαία εν τέλει θρησκευτική αντίληψη του σεβασμού και της διατήρησης της Ζωής.

Iδού λοιπόν γιατί όλο και περισσότεροι Έλληνες σήμερα επιδιώκουν με κάθε τρόπο το βάπτισμά τους στα νάματα της αρχαίας σοφίας. Ιδού γιατί αναζητούν την συμφιλίωση με τη Φύση, με το περιβάλλον, με το σώμα μας, με όλες τις σωματικές λειτουργίες και προπάντων την ερωτική. Ιδού γιατί επιδιώκουν και επίσημα την αναβίωση της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας. Διότι η επιδίωξη της επαφής με το αρχαίο αθάνατο Ελληνικό Πνεύμα - την πηγή κάθε πολιτισμού - υπόσχεται τον εξανθρωπισμό του βίου μας. Υπόσχεται την υπέρβαση των σημερινών δεινών που επισώρευσε η Ύβρις. Υπόσχεται τη Χαρά της Ζωής.

Την χαρά που εμπνέουν όλες εκείνες οι αναρίθμητες συνιστώσες οι οποίες φροντίζουν, διατηρούν και συνεχίζουν τη Ζωή, και τις οποίες οι πρόγονοί μας ποιητικά αποκάλεσαν - όπως ξέρουμε - Αφροδίτη, 'ρη, Ερμή, Αθηνά, Δήμητρα, Απόλλωνα, 'ρτεμη, Ήφαιστο, Διόνυσο, Δία, Ήρα, Πλούτωνα, Πο­σειδώνα, Εστία, Πάνα, Αμφιτρίτη, Ωκεανό, Νύμφες, Σατύρους, Διόσκουρους, Ηρακλή, Θησέα, Περσέα, Βελλεροφόντη, Κρόνο, Ουρανό, Ρέα, Γαία, Ευρυνόμη και... Έρωτα.

Προπάντων Έρωτα!..

Είτε το θέλουμε είτε όχι, εφόσον θα υπάρχει η Ζωή, θα υπάρχουν και οι Έλληνες Θεοί.

Διότι οι Έλληνες Θεοί είναι ένα και το αυτό με τη Ζωή.Κι είναι θέμα δικό μας κι όχι δικό Τους, εάν θέλουμε να ευεργετηθούμε από την απόδοση τιμών προς τα πρόσωπά Τους.

Εάν φροντίζουμε, εάν ποτίζουμε, εάν σκαλίζουμε, εάν περι­βάλλουμε με αγάπη ένα δέντρο, αυτό θα μας χαρίσει άφθονους καρπούς αλλά και την απόλαυση της ωραίας του όψης.

Εάν το εγκαταλείψουμε αυτό ενδεχομένως θα ξεραθεί αλλά οι σπόροι του θα παραμείνουν αιώνιοι, αναλλοίωτοι, αθάνατοι, έτοιμοι να βλαστήσουν μόλις προκύψουν οι κατάλληλες συνθή­κες για να καλύψουν όλη τη Γη με δάση ολόκληρα υπέροχων δέντρων.

Έτσι είναι κι οι Θεοί μας.

Υπάρχουν από μόνοι τους, αιώνιοι, αθάνατοι, αέναοι. Σαν τον Σύμπαντα Κόσμο τον οποίο κατοικούμε και κατοικούν.

Εάν τους φροντίσουμε, θα μας φροντίσουν.

Εάν τους θεραπεύσουμε, θα μας θεραπεύσουν.

Εάν τους ερωτευτούμε, θα μας ερωτευτούν!..




από το βιβλίο "ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΕΛΛΗΝΑΣ" του Μαριου Βερεττα

29 Μαΐου 2010

Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου

Σιωπή αιώνες μετά από αιώνες σιωπής,
αιώνες που στο πέρασμά τους
η γη σκεπάστηκε μ' ένα καταπράσινο μαλακό χαλί
μια μυστηριακή φυλή ξεπετιέται από το τίποτα
και κατεβαίνει στη χώρα της Αργολίδας.

Είναι μυστηριακή, γιατί οι άνθρωποι
έχουν ξεχάσει το πρόσωπο των Θεών.
Οι Θεοί ξαναγυρίζουν,
με πλήρη εξάρτηση, ανθρωπόμορφοι,
ξέρουν να καβαλικεύουν τ' άλογα,
να πιάνουν την ασπίδα, το κοντάρι,
να σκαλίζουν πολύτιμα στολίδια, να λιώσουν μέταλλα,
να χαράξουν ζωντανές εικόνες από τον πόλεμο και τον έρωτα
πάνω στις γυαλιστερές λάμες των σπαθιών τους.

Οι Θεοί δρασκελίζουν τα ηλιόλουστα λιβάδια,
γιγάντιοι, άφοβοι,
με βλέμμα ανατριχιαστικά αγνό και ανοιχτό.
Ένας κόσμος φωτός γεννιέται.
Ο άνθρωπος αντικρίζει τον άνθρωπο με καινούργια μάτια.

Νοιώθει δέος,
μαγεμένος απ' την ίδια την αστραφτερή του εικόνα
που βλέπει παντού.
Κι έτσι συνεχίζει, καταπίνοντας τους αιώνες
σα σταγόνες νερό, σαν ποίημα...

Χένρυ Μίλλερ

08 Μαρτίου 2010

ΑΘΗΝΑ Η ΘΕΑ ΜΑΣ!


Η Αθηνά ήταν η θεά που συμβόλιζε τη σοφία.

Οι Έλληνες, ο πρώτος λαός που κατέκτησε τη λογική σκέψη και διατύπωσε καθολικούς νόμους για τη λειτουργία του σύμπαντος, λάτρεψαν μια θεά που προσωποποιούσε την εξυπνάδα και τη φρόνηση.

Άλλωστε, ακόμη και ο τρόπος γέννησης της θεάς ήταν τέτοιος που μαρτυρούσε τις ιδιότητές της.




Χαρά σ' εσέ, χώρα λευκή και χώρα ευτυχισμένη!
Καμιά χώρα σ' όλη τη γη, καμιά στην οικουμένη
δεν ηύρε τέτοιο φυλαχτό σαν το δικό μου μάτι.
Απ' άλλες χώρες πέρασα γοργά - γοργά τρεχάτη
και μ' είδαν της Ελλάδας μου τ' αγαπημένα μέρη
σαν άνεμο και σαν αϊτό και σύννεφο κι αστέρι.
Όμως σ' εσέ το θρόνο μου αιώνια θεμελιώνω
και ρίζωσ' η αγάπη μου στα χώματά σου μόνο.


"Ύμνος εις την Αθηνά"
Κωστής Παλαμάς

12 Δεκεμβρίου 2009

ΕΓΚΩΜΙΟ ΠΡΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟ


Εσένα, στολίδι του γένους των Ελλήνων, που πρώτος ύψωσες φως λαμπρό μες σε φριχτά σκοτάδια, κι έδειξες τ' αληθινά αγαθά της ζωής, εσένα ακολουθώ, και τα πόδια μου πατούν πάνω στα ίδια σου τα χνάρια

όχι για να σε παραβγώ, αλλά γιατί από αγάπη θέλω να σε μιμηθώ. Τι να σου κάνει ένα χελιδόνι μπροστά στους κύκνους; Πώς να παραβγεί με την ορμή του αλόγου ένα κατσικάκι με πόδια τρεμουλιάρικα;

Εσύ, πατέρα μου, φώτισες την αλήθεια, εσύ με τις νουθεσίες σου τις πατρικές, απ τα δικά σου βιβλία, τρισένδοξε, τρεφόμαστε, σαν τις μέλισσες που τρυγούν όλα τα λουλούδια στο ανθισμένο λιβάδι, απ' τα χρυσά σου λόγια που η αξία τους μένει αιώνια. Γιατί μόλις η διδασκαλία σου η θεϊκή άρχισε να διαλαλεί τη φύση των πραγμάτων, σκόρπισαν οι φόβοι της ψυχής κι άνοιξαν τα τείχη του κόσμου, κι είδα να παίρνει σχήμα το κάθε τι μέσα στο χώρο.

Και βλέπω τη δύναμη των θεών και τη γαλήνια κατοικία τους που δεν τη δέρνουν άνεμοι ούτε τη βρέχουν τα σύννεφα με τις βροχές τους ούτε το χιόνι που το σκληραίνει η παγωνιά. Ένας αιθέρας αιώνια ασυννέφιαστος τη σκεπάζει χαμογελώντας μες στο απέραντο φως. Όλα τους τα προσφέρει η φύση και τη γαλήνη τους τίποτα δεν την ταράζει.

Μα πουθενά δε βλέπω τα μέρη του Αχέροντα κι ας μη με εμπόδισε η γης να δω όλα όσα γίνονται κάτω από τα πόδια μας, στα βάθη του κενού. Μπρος σ' όλα τούτα νιώθω κάτι σαν θεϊκή ηδονή και ένα δέος, που χάρη στη δύναμη σου τραβήχτηκαν τα πέπλα και φανερώθηκε ολάνοιχτη εμπρός μας η φύση....

Ήταν θεός! Ναι, ξακουστό παλικάρι μου Μέμμιε, ήταν θεός εκείνος που πρώτος βρήκε το νόημα της ζωής, ότι σήμερα ονομάζουμε σοφία, εκείνος που με την επιστημοσύνη του άρπαξε τη ζωή μέσα απ' τις τόσες ανεμοζάλες κι από βαθιά σκοτάδια, και την απίθωσε σε τέτοιο γαλήνιο λιμάνι και σε τόσο καθάριο φως. Παράβαλε με τις προσφορές άλλων θεών. Η Δήμητρα, καθώς λένε, μας έδωσε το σιτάρι, ο Διόνυσος το κρασί. Μα και δίχως αυτά υπάρχει ζωή κι ακούμε πως και σήμερα ακόμα ζουν λαοί που δεν τα γνωρίζουν. Θα 'ταν όμως αδύνατο να ζήσει κανείς ευτυχισμένα δίχως καθαρή καρδιά. Δικαιολογημένα μάς φαίνεται θεός εκείνος που η σοφία του ζωντανή και απλωμένη στα μεγάλα έθνη γαληνεύει τις καρδιές με τις γλυκές παρηγοριές της ζωής. Αν νομίζεις πως οι άθλοι του Ηρακλή αξίζουν περισσότερο, τότε ξεμακραίνεις πολύ απ' την αλήθεια...

Ο Επίκουρος, που έζησε κι έδρασε στο δεύ­τερο ήμισυ του τετάρτου αιώνος και τις πρώτες δεκαετίες του τρίτου αιώνος προ Χριστού, γεννήθηκε στην Σάμο. όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ήταν γιος φτωχού Αθηναίου, που είχε μεταβεί στην Σάμο ως άποικος. Ο Επίκουρος ήρθε στην Αθήνα σε ηλικία δεκαοκτώ ετών —περίπου την εποχή του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου—, προκειμένου να εκπληρώσει την στρατιωτική θητεία του και να κατοχυρώσει, έτσι, την ιθαγένεια του. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του πήγε στην Μικράν Ασία, για να συναντήσει την οικογένεια του, όπου είχε καταφύγει, όταν οι Αθηναίοι άποικοι εκδιώχθηκαν από την Σάμο. Αφού έμεινε δώδεκα περίπου χρόνια στην Μικράν Ασία, πήγε στην Μυτιλήνη, όπου ίδρυσε φιλοσοφική σχολή, και μετά στην Λάμψακο, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου και πέθανε τελικά. Στην Αθήνα αγόρασε κι έναν κήπο, όπου συνήθιζε να διδάσκει τους μαθητές και τους οπαδούς του. οι οποίοι, για τον λόγο αυτόν, ονομάστηκαν «οι από κήπου». Η σχολή του Επίκουρου είχε τον χαρακτήρα του κοινοβίου, στο οποίο περιλαμβάνονταν δούλοι και εταίρες, μετά των οποίων ο ιδρυτής της είχε αναπτύξει μεγάλη οικειότητα και φιλία. Γενικώς, τα μέλη της σχολής δεν ησχολούντο μόνο με την σπουδή της φιλοσοφίας, αλλά προσπαθούσαν, επίσης, να δημιουργήσουν μεταξύ τους μιαν ατμόσφαιρα φιλίας, ψυχαγωγίας και τέρψης. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή, ώστε να κυκλοφορηθεί η φήμη ότι στον κήπο του Επίκουρου γινόντουσαν όργια πράγμα ανακριβές, όμως.


Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι η επιδίωξη της ηδονής και της τέρψης αποτε­λούσε τον βασικό άξονα της διδασκαλίας του Επίκουρου, για τον οποίον η φιλοσοφία είχε. κατά κύριον λόγο. πρακτικό χαρακτήρα. Η φιλοσοφία, όπως την όριζε ο Επίκουρος, είναι μια ενέργεια, μια διαδικασία, που, «μέσα από σκέψεις και συζητήσεις, μας οδηγεί σε μια ζωή ευδαίμονα». Βασικό συστα­τικό για την εξασφάλιση της ευτυχίας από τον άνθρωπο είναι η κάρπωση ηδονών. «Η ηδονή», έλεγε χαρακτηριστικά ο Επίκουρος, «είναι η αρχή και το τέλος της ευδαίμονος ζωής», ενώ σε άλλη ευκαιρία διετείνετο: «δεν ξέρω πώς μπορώ να εννοήσω το αγαθό, αν αφαιρέσω τις ηδονές της γεύσης και τις ηδονές της σάρκας, τις ηδονές της ακοής και της ωραίας μορφής». Ωστόσο, κατ' αντίθεσιν προς την ακραία μορφή ηδονισμού. που εισηγήθηκε ο ιδρυτής της Κυρηνάικής Σχολής. ο Αρίστιππος, ο Επίκουρος προέβαλε μια μετριοπαθέστερη αντίληψη για την αναζήτηση των ηδονών. Η ηδονή, για τον Επίκουρο, όπως και κατά τον Αρίστιππο, συνιστά, βέβαια, το ύψιστο αγαθό της ζωής του ανθρώπου. Τίποτε, όμως. κατά τον Επίκουρο, δεν εμποδίζει, ώστε να μπορεί ν' αφήνει κανείς μιαν ηδονή, που επιφυλάσσει δυσάρεστες γι' αυτόν καταστάσεις, και να προτιμήσει κάποιαν άλλη. (πιο) ανώδυνη ηδονή. Η σωματική ηδονή, που παρέχει σε κάποιον ένα νόστιμο μεν, πλην όμως βλαβερό στην υγεία φαγητό, θα πρέπει να παραληφθεί, προκειμένου να εξασφαλίσει αυτός την ευεξία του. Δεν πρέπει, έλεγε ο Επίκουρος, να «επιδιώκομε κάθε ηδονή, αλλά ενίοτε οφείλαμε να παρακάμπταμε πολλές ηδονές, όταν τα δυσάρεστα αποτελέσματα, που προκύπτουν από αυτές, είναι περισσότερα. Πολλούς πόνους δε να τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, όταν από αυτούς προκύπτει σε μας, τελικώς, μεγαλύτερη ηδονή. Κάθε ηδονή, βέβαια, επειδή είναι κάτι το οποίον είναι οικείο στην φύση. είναι αγαθόν, αλλά δεν πρέπει να κυνηγάμε οποιαδήποτε ηδονή. Όπως ακριβώς και κάθε πόνος είναι μεν κάτι κακό, πλην όμως δεν πρέπει ν' αποφεύγαμε οιονδήποτε ανεξαιρέτως πόνο. Μέσα από την συγκριτική μέτρηση, λοιπόν, και επισκόπηση των συμφερόντων και των μη συμφερόντων πρέπει να τα κρίνομε όλα αυτά».

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ (Σάμος, 341 π.Χ. - Αθήνα, 270 π.Χ.)
Υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου, σύμφωνα με το αξίωμα της εποχής του Επίκουρου, πρέπει να είναι η ηρεμία, η αταραξία της ψυχής του. Και τούτο μπορεί να το επιτύχει κανείς, εάν απέχει από τις σαρκικές απολαύσεις, που συνεπάγονται δυσάρεστες καταστάσεις, και αν απαλλάξει την ψυχή του από τις λύπες, την αγωνία και κάθε άλλο οχληρό συναίσθημα. Μια ηδονή είναι ηθικώς θεμιτή και πρέπει να θηρεύεται, εφόσον αποτελεί μέσον διασφάλι­σης της ψυχικής ηρεμίας του ανθρώπου.

Το κριτήριο επιλογής μεταξύ των διαφόρων ηδονών, κατά τον Επίκουρο, δεν είναι, όπως ισχυρίστηκε ο Αρίστιππος, ποσοτικό, η ένταση τους. αλλά ποιο­τικό· οι ηδονές ιεραρχούνται από την φύση τους σε καλύτερες και σε χειρό­τερες και πρέπει, αναλόγως, να προτιμώνται ή ν' απορρίπτονται. Έτσι. ο Επίκουρος διακρίνει τις «καταστηματικές» από τις «κατά κίνησιν» ηδονές, θεωρώντας τις πρώτες ανώτερες από τις δεύτερες.
Οι «κατά κίνησιν» ηδο­νές είναι ενεργές, δυναμικές ηδονές, υπό την έννοιαν ότι. με την κάρπωση κάθε μιας από τις ηδονές αυτές, ο άνθρωπος πληροί μιαν επιθυμία του. που. όσο δεν ικανοποιείτο, αυτός ένιωθε δυσφορία και πόνο· η ικανοποίηση της πείνας, παραδείγματος χάριν, όσο χρονικό διάστημα συντελείται, είναι μια «κατά κίνησιν» ηδονή».
Η κατάσταση της ηρεμίας, όμως. που απολαμβάνει ο άνθρωπος μετά. εφόσον ικανοποιηθεί πλήρως η πείνα του. αποτελεί άλλου είδους ηδονή· πρόκειται για μια στατική, παθητική μορφή ηδονής. Αυτές τις στατικές ή παθητικές ηδονές, που παρέχουν στον άνθρωπο μιαν ισορροπία, τις χαρακτηρίζει ο Επίκουρος με τον όρο «καταστηματικές ηδονές».
Ο Επίκουρος θεώρησε τις καταστηματικες ανώτερες από τις «κατά κίνησιν» ηδονές, επειδή οι καταστηματικές ηδονές μόνο μπορούν να εξασφαλίσουν στον άνθρωπο την γαλήνη, την ηρεμία, την αταραξία, την απονία. Αν, θέλο­ντας να χορτάσει κανείς την πείνα του. φάει με ασυγκράτητη βουλιμία, μπο­ρεί μεν. όσο διαρκεί η «κατά κίνησιν» ηδονή, ήγουν η ικανοποίηση της πεί­νας του, να νιώθει ευτυχισμένος, αλλά είναι πολύ πιθανόν αργότερα να προ­κληθεί τέτοια βλάβη στην υγεία του, ώστε να νιώσει, στο τέλος, δυσφορία και πόνο. Όταν, όμως. ο πεινασμένος άνθρωπος, όσο τρώει, έχει σαν στόχο την καταστηματική ηδονή, τουτέστιν να νιώσει, όταν θα ικανοποιήσει την πείνα του, την κατάσταση της ηρεμίας και της ισορροπίας, θ' αποφύγει κάθε υπερβολή που υπαγορεύει η αδηφαγία, η οποία μπορεί να τον κάνει δυστυ­χισμένο.

Έτσι. για τον Επίκουρο, επιδίωξη του συνετού ανθρώπου, για να γίνει ευτυ­χισμένος, δεν είναι το κυνήγι των ηδονών, αλλά η αποφυγή του πόνου και του άλγους. Στο συμπέρασμα αυτό φαίνεται να κατέληξε όχι μόνο γιατί, με τον τρόπο αυτό. ικανοποιείτο το αίτημα της εποχής του. που συνίστατο στην αταραξία, την γαλήνη ή την ηρεμία της ψυχής, αλλά και διότι θα πρέπει να επηρεάστηκε από την ίδια την ζωή του.
Ο Επίκουρος ήταν φιλάσθενος και υπέφερε στον βίο του από τις ταλαιπωρίες με τις οποίες τον τροφοδοτούσε η κακή κατάσταση της υγείας του. Παρ' όλα αυτά, διατήρησε ακλόνητη την αισιοδοξία του πιστεύοντας ότι ακόμη και στον τροχό του βασανισμού του —όχι μόνο αυτός, αλλά και ο κάθε συνετός άνθρωπος— θα μπορούσε να γίνει ευτυχισμένος. Αρκεί ν' αποβάλει από την ζωή του την ιδέα της ριψο­κίνδυνης ευτυχίας, που υπόσχεται η παράφορη φύση των «κατά κίνησιν» ηδονών, και να περιοριστεί στην σιγουριά που συνεπάγεται ο μετρημένος χαρακτήρας των καταστηματικών ηδονών.
«Να τρως λίγο από τον φόβο της δυσπεψίας», εισηγείτο στον συνάνθρωπο του. μ' έναν τρόπο που θύμιζε την περί μεσότητος θεωρία του Αριστοτέλη, «να πίνεις λίγο για να μην κακοξυ-πνήσεις, ν' αποφεύγεις την πολιτική και τον ερωτά και όλες τις βίαιες πρά­ξεις, να μην προσφέρεις ομήρους στην μοίρα αποκτώντας γυναίκα και παι­διά ... και. προ πάντων, να ζεις έτσι. ώστε ν' αποφεύγεις τον φόβο».
Θα ξεπεράσει κανείς τον φόβο, όμως. εφόσον μελετήσει την φύση και κατα­λάβει ότι ο θάνατος και άλλα φαινόμενα που τον φοβίζουν, δεν είναι προϊ­όντα υπερφυσικών δυνάμεων, που καθορίζουν την μοίρα του. Η μελέτη της φύσης είναι αναγκαία, μόνον καθόσον μπορεί ν' απαλλάξει την ψυχή μας από ανόητους, κενούς, αδικαιολόγητους φόβους. «Εάν», λέει ο Επίκουρος, «δεν μας ενοχλούσαν οι φόβοι, που αναφέρονται σε ό,τι συμβαίνει στον ουρανό, και ο φόβος του θανάτου, ... δεν θα μας χρειαζόταν η ενασχόληση με τα φυσικά φαινόμενα».
Για τον Επίκουρο, η φιλοσοφία και η έρευνα του φυσικού κόσμου δεν πηγάζουν, όπως ισχυρίστηκε ο Αριστοτέλης, από τον θαυμασμό και την απορία, αλλά εκπορεύονται από την ανησυχία και τον φόβο, που τυραννούν την ψυχή του ανθρώπου. Φιλοσοφούμε όχι για να ικα­νοποιήσαμε την περιέργεια μας για τα πράγματα, όπως υποστήριζε ο Αριστοτέλης, αλλά για να βοηθήσαμε τον εαυτό μας να ξεπεράσει τους φόβους, τις αγωνίες και τ' άλλα δυσάρεστα συναισθήματα μας.
Ο Επίκουρος επιχείρησε να διατυπώσει μια φυσική θεωρία για τον κόσμο, που θα μπο­ρούσε ν' αναπαύσει και ν' ανακουφίσει την ψυχή του φοβισμένου και ανή­συχου ανθρώπου. Και ανεζήτησε την φυσική αυτή θεωρία στις επισημάνσεις του Δημόκριτου για τον φυσικό κόσμο.

Ο Επίκουρος στην νεότητα του υπήρξε μαθητής κάποιου δασκάλου ονόματι Νυσιφάντη, οπαδού του Δημόκριτου. Όσο κι αν αργότερα μιλούσε επιτιμη­τικά για τον δάσκαλο του εκείνον, εντούτοις εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Δημόκριτου.

Πίστευε κι αυτός ότι ο φυσικός κόσμος αποτελείται από τ' άτομα, τις αδι­αίρετες ελάχιστες οντότητες της ύλης, που κινούνται μέσα στο κενό. Η κίνη­ση των ατόμων, εξαιτίας του βάρους των. είναι κάθετη, από πάνω προς τα κάτω. Περαιτέρω, ο Επίκουρος απέδιδε στ' άτομα ένα είδος ελεύθερης βού­λησης, η οποία έκανε ορισμένα από αυτά να παρεκκλίνουν από την κάθετη πτώση τους. Η παρέκκλιση των ατόμων αυτών είχε ως αποτέλεσμα την σύγκρουση τους με άλλα άτομα, από την οποία δημιουργήθηκαν οι διάφο­ροι συνδυασμοί και οι διάφορες μορφές όντων, που συγκροτούν τον φυσικό κόσμο.

Η ίδια η ζωή γεννήθηκε συμπτωματικά, ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις και συνεχείς συνδυασμούς, που προκλήθηκαν από την παρέκ­κλιση των ατόμων. Δεν υπάρχει τίποτε το μυστηριώδες, καμιά υπερφυσική δύναμη πίσω από την δημιουργία της ζωής και του σύμπαντος ολόκληρου. Ακόμη και η ψυχή, που θεωρείται σαν κάτι αιθέριο, είναι, τελικώς, ένα άθροισμα σωματιδίων. «Η ψυχή», έλεγε ο Επίκουρος, «είναι σώμα που απαρτίζεται από λεπτότατης υφής μέρη».

Αυτό, όταν το καταλάβαμε, μας λυτρώνει από τον φόβο και την αγωνία για το τι θα γίνει η ψυχή μας, όταν θα πεθάνομε. Μετά τον θάνατο μας, η ψυχή μας, έχοντας υλική σύσταση, διαλύεται, όπως κάθε άλλο σώμα. Κι όταν δια­λυθεί η ψυχή, θα χαθεί μαζί της, επίσης, κάθε αίσθηση που υπάρχει, όσο υπάρχει η ψυχή.
Και όταν, βέβαια, δεν θα έχομε καμιάν αίσθηση και δεν θα μπορούμε να νιώσομε τίποτε ύστερα από τον θάνατο μας —ούτε λύπη ούτε πίκρα ούτε τίποτε άλλο απολύτως—, είναι καθαρή ανοησία τώρα να φοβό­μαστε και ν' αγωνιούμε για το τι θα συμβεί, και πώς θα νιώθομε για ό,τι —ανύπαρκτο, τελικώς— θα συμβεί, όταν θα πεθάναμε. «Ουδέν προς ημάς ο θάνατος» —ο θάνατος δεν έχει καμιά σχέση μαζί μας, για να νοιαζόμα­στε γι' αυτόν και να τον φοβόμαστε.

Αν, όμως, ο Επίκουρος τοποθέτησε ύστερα από τον θάνατο του ανθρώπου αυτήν την κατάσταση της απάθειας, της έλλειψης βίωσης εκ μέρους του ανθρώπου κάθε μορφής συναισθήματος, όπως είναι η λύπη. η αγωνία ή ο φόβος, άλλοι φιλόσοφοι, που πρωτοεμφανίστηκαν την ίδια με αυτόν εποχή, προέβαλαν την απάθεια σαν ένα αίτημα που οφείλει να το ικανοποιήσει κανείς όσο ζει. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τους στωικούς φιλοσόφους, οι οποίοι υπέδειξαν στους ανθρώπους ένα διαφορετικό δρόμο από εκείνον που εισηγήθηκε ο Επίκουρος, για να φτάσουν στην ευτυχία, που αποτελεί τον τελικό στόχο της ζωής των.


* το σχετικό κεφάλαιο στο βιβλίο του Θ. Πελεγρίνη «ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ»

Λουκρήτιος, De rerum Natura

04 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ


1.- Θεούς μεν δει σέβεσθαι.
2.- Γονέας δε τιμάν.
3.- Πρεσβυτέρους αιδείσθαι.
4.- Νόμοις πειθαρχείν.
5.- Άρχουσιν υπείκειν.
6.- Φίλους αγαπάν.
7.- Προς γυναίκας σωφρονείν.
8.- Τέκνων στερκτικούς είναι.
9.- Δούλους μη περιυβρίζειν.
10.-Το δε μέγιστον, μέτρον χραν εν πάσιν.


(ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΩΝ ΑΓΩΓΗΣ)

14 Νοεμβρίου 2009

Ο Ιουστινιανός Φλάβιος Πέτρος Σαββάτιος


Ο Ιουστινιανός Φλάβιος Πέτρος Σαββάτιος, σλάβικης καταγωγής με αρχικό όνομα κατά τον Παπαρρηγόπουλο, Ουτπράδα, γεννήθηκε στο μακεδονικό Ταυρίσιο, παρέλαβε την εξουσία στην αυτοκρατορία από το θείο του Ιουστίνο το 527, έμελλε δε να είναι ο τελευταίος αυτοκράτορας που είχε υπό τον έλεγχό του όλη τη Μεσόγειο.



Το όνομα Ιουστινιανός προστέθηκε στα ονόματά του, αφού υιοθετήθηκε ο μετέπειτα αυτοκράτωρ από το θείο του.
Στο εσωτερικό ασχολήθηκε ο Ιουστινιανός με τη δημιουργία μιας συγκροτημένης διοίκησης και κωδικοποίησε το ρωμαϊκό δίκαιο με το «Corpus Iuris Civilis». Στα πλαίσια του βίαιου εκχριστιανισμού έκλεισε το 529 με έδικτο τη φιλοσοφική σχολή του Πλάτωνα στην Αθήνα που λειτούργησε περί τα 1000 χρόνια. Οι επτά τελευταίοι διδάσκαλοι της σχολής κατέφυγαν στον βασιλιά των Περσών Χοσρόη που τους τοποθέτησε στο εκεί Πανεπιστήμιο. Ο Ιουστινιανός περιόρισε επίσης τη δραστηριότητα της χριστιανικής αίρεσης των μονοφυσιτών, με τους οποίους είχε όμως σχέσεις συμπαθείας η γυναίκα του, αυτοκράτειρα Θεοδώρα.


Το 532 εκδηλώθηκε στην Κων/πολη μια λαϊκή επανάσταση που έμεινε στην Ιστορία ως «στάση του Νίκα» και της οποίας αφορμή ήταν η αύξηση των φόρων για τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Ιουστινιανός ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την εξουσία, αλλά λέγεται ότι τον έπεισε να παραμείνει η Θεοδώρα. Τελικά η επανάσταση κατεπνίγη με σφαγή των εξεγερμένων από το στρατηγό Βελισάριο και εκτεταμένες καταστροφές στην πόλη. Το 542 αναθέτει ο Ιουστινιανός καθήκοντα «αυτοκρατορικού προσηλυτιστού» στον Ιωάννη Ασιακό, ο οποίος επιδίδεται σε μαζικούς και βίαιους εκχριστιανισμούς των εθνικών της Φρυγίας, Καρίας και Λυδίας και κτίζει εκκλησίες και μοναστήρια πάνω στα ερείπια των ναών που καταστρέφονται.


Το έτος 562 δίνει ο Ιουστινιανός με έδικτο διορία τριών μηνών να εγκαταλείψουν άπαντες τις «παραδοσιακές» λατρείες. Εκείνη την εποχή η επίκληση της παραδόσεως γινόταν από τους εθνικούς και ανατροπείς ήταν οι χριστιανοί. Μετά την παρέλευση του τριμήνου έγιναν μαζικές συλλήψεις, διαπομπεύσεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις και εκτελέσεις εθνικών στην Αθήνα, την Αντιόχεια, την Παλμύρα και την Κων/πολη. Στην πλατεία του Κυνηγίου της Πόλης κάηκαν σε τεράστιες πυρές χιλιάδες βιβλία και πολλά έργα τέχνης, όπως περιγράφει στη «Χρονογραφία» του ο Ι. Μαλάλας. Οι συντεχνίες και οι οικογένειες καθίστανται με την απόφαση του Ιουστινιανού αποκλειστικά υπεύθυνες για τις θρησκευτικές αντιλήψεις των μελών τους. Το ίδιο και οι αφέντες για τις αντιλήψεις των δούλων τους.


Στο εξωτερικό, στόχος τού Ιουστινιανού που κατεχόταν από το όραμα της οικουμενικής εξουσίας, ήταν να επαναφέρει τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα παλαιά σύνορά της. Για το σκοπό αυτό έρχισε πολέμους με αρχιστράτηγο το Βελισάριο στη βόρεια Αφρική εναντίον των Βανδάλων (533-4). Μετά την κατάλυση του βασιλείου τους και την ενσωμάτωση της περιοχής στην αυτοκρατορία, πέρασε ο Βελισάριος στη Σικελία και στη νότια Ιταλία, όπου κυριεύει τη Νάπολη και το ίδιο έτος τη Ρώμη (536) από τους Οστρογότθους, οι οποίοι κατείχαν την πόλη από το έτος 476. Κύριο μέλημα των ανατολικών μετά τη νίκη ήταν να αποκατασταστήσουν τους επισκόπους και τους ισχυρούς γαιοκτήμονες, οι οποίοι έτσι επανέκτησαν όλα τα προνόμια που τους είχαν αφαιρέσει οι Οστρογότθοι. Ταυτόχρονα επανέρχονται όσοι δούλοι και δουλοπάροικοι είχαν ελευθερωθεί στο παλαιό καθεστώς δουλείας. Μετά από κάποια ανασύνταξη των Οστρογότθων, συνεχίστηκαν οι συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς, οι οποίοι, με αρχιστράτηγο τον Ναρσή, κατέκτησαν μέχρι το 554 όλη την Ιταλία μέχρι τις 'Αλπεις.


Μακροπρόσθεσμα, το όραμα της βυζαντινής Ιταλίας είχε βαρύτατο τίμημα, γιατί οι συνεχείς πόλεμοι στη Δύση απογύμνωσαν τα βόρεια σύνορα του κράτους και οι Σλάβοι έγιναν απειλητικοί. Αλλά και στα ανατολικά σύνορα υπήρξε αδράνεια, οπότε ήδη το 540 εισέβαλε οι Πέρσες σε περιοχές που ενδιέφεραν το Βυζάντιο.
Παράλληλα με τις πολεμικές δραστηριότητες, ο Ιουστινιανός έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη στον εκκλησιαστικό τομέα. Στην εποχή του πραγματοποιήθηκε η ανακατασκευή πολλών εκκλησιών στην Πόλη που είχαν καταστραφεί κατά την κατάπνυξη της στάσης του Νίκα.



Σπουδαιότερη από αυτές τις εκκλησίες ήταν η Αγία Σοφία. Ο Ιουστινιανός πέθανε στην Κων/πολη σε ηλικία 83 ετών και θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Ήδη στα βυζαντινά χρόνια ονομάστηκε «Μέγας»
ΑΠΟ ΤΟ http://sfrang.com/

27 Οκτωβρίου 2009

Θεόφιλος Καϊρης - ένας φωτισμένος ιερέας και φιλόσοφος


Ο Θεόφιλος Καΐρης, γόνος διακεκριμένης οικογένειας, γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο σε μία από τις αρχαιότερες και ευγενέστερες οικογένειες του νησιού. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς και είχε τρεις μεγαλύτερους αδελφούς και τρεις αδελφές.

Τα πρώτα του μαθήματα ο Καΐρης τα έλαβε στην Άνδρο, αλλά πριν γίνει δέκα χρονών πήγε στις Κυδωνιές και διδάχθηκε φιλολογία και φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες. Αργότερα πήγε στην Πάτμο, όπου φοίτησε στη σχολή του Δανιήλ Κεραμέα και στη Χίο για να ακούσει τις διδασκαλίες του Αθανασίου Παρίου και του Δωροθέου Πρωΐου.

Δεκαοκτώ χρονών, το 1801, έγινε μοναχός και μετονομάστηκε Θεόφιλος.
Φοίτησε μέχρι το 1807 στο πανεπιστήμιο της Πίζας κυρίως φιλοσοφικές και φυσικομαθηματικές επιστήμες. Από την Πίζα πηγαίνει στο Παρίσι, όπου έμεινε μέχρι το 1810 μέσα στην πνευματική κίνηση που είχε ξεκινήσει με την Γαλλική επανάσταση.

Στο Παρίσι συνεχίζει με φιλοσοφικές μελέτες και συνδέεται στενά με τον Αδαμάντιο Κοραή. Δίδαξε στην Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης για ένα έτος και στην περίφημη σχολή των Κυδωνιέων στην οποία ανέλαβε και την διεύθυνση.
Ο Θεόφιλος Καΐρης, υπήρξε στενός φίλος του Κοραή. Γνωρίστηκαν στο Παρίσι, όπου ο νεαρός, 22χρονος τότε Καΐρης και ο 58χρονος Κοραής, για τέσσερα περίπου χρόνια έζησαν συντροφικά τις περίπλοκες πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές, της γαλλικής επανάστασης.

Στον ίδιο τον πνευματικό του δάσκαλο Κοραή, οφείλεται προφανώς και ο μετέπειτα ασίγαστος ζήλος του παπα Καΐρη, για την διδασκαλία και την διάδοση των αρχαιοελληνικών γραμμάτων. Οι δυο άνδρες άλλωστε, διατήρησαν επί μακρόν, ενδιαφέρουσα φιλοσοφική και επιστημονική αλληλογραφία.

Ρήτορας και διανοητής λοιπόν, ο παπα Καΐρης, ονομάσθηκε και «νέος Σωκράτης»! Στην ωριμότητα των αναζητήσεών του, ξέφυγε φανερά απ’ τα στενά πλαίσια του δογματισμού και: «εδίδασκε θρησκειολογία και περιέγραφε τις βάσεις όλων των θρησκειών, χωρίς να εκφράζει έπ’ αυτών κρίσεις».

Παράλληλα, αλληλογραφούσε με τους σοφούς της Δύσης για τα Ελληνικά θέματα και την επίλυση τους. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 και γνωρίζοντας την επικείμενη επανάσταση ύψωσε πρώτος τη σημαία της ελευθερίας στην Άνδρο στις 10 Μαΐου 1821 και για τον σκοπό αυτόν επισκέφθηκε κι άλλα νησιά.

Πήρε ενεργό μέρος στον εθνικό-απελευθερωτικό αγώνα του 1821 (1819-1826) και μάλιστα στις 10 Μαΐου του 1821 κήρυξε την επανάσταση στην Άνδρο σηκώνοντας την ελληνική σημαία στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Εγκαταλείποντας τα πάντα, σχολή και μαθητές, πολέμησε σαν κοινός στρατιώτης (τραυματίστηκε μάλιστα τρεις φορές) και έφτασε μέχρι τον Όλυμπο. Με τους φλογερούς του λόγους παρακινούσε τους καραβοκύρηδες και τους εμπόρους να συνεισφέρουν με χρήματα και πλοία με σκοπό τη δημιουργία ελληνικού πολεμικού ναυτικού. Ορίστηκε επανειλημμένα πληρεξούσιος της Άνδρου στην εθνική συνέλευση, χρημάτισε πρόεδρος του Βουλευτικού και εκλέχτηκε ομόφωνα να χαιρετίσει δια λόγου τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια την 11η Ιανουαρίου 1828 κατά την τελετή της υποδοχής του.




Aρνείται την πρόσκληση του Ιωνά Κίγγ να πάει στην Αθήνα και να διδάξει στο κολέγιο που αυτός ίδρυσε με αμερικάνικα χρήματα, παρά το σημαντικό μέγεθος του υποσχόμενου μισθού και αντ’ αυτού συστήνει στην Άνδρο ένα σχολείο για τα ορφανά και τα τέκνα των πεσόντων κατά τον αγώνα. Ο Όθωνας, θέλοντας να τον τιμήσει, του απένειμε τον χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, Αλλά ο Καΐρης, με χαρακτηριστική προς τον Όθωνα επιστολή, αρνήθηκε το παράσημο, όπως αρνήθηκε και τον διορισμό του, το 1837, σαν καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο των Αθηνών. Λόγω των αρνήσεων αυτών, ο τότε φίλος και αργότερα αμείλικτος πολέμιος του Κωνσταντίνος Οικονόμος, σημείωσε ότι ο Καΐρης «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση και το 1836 ίδρυσε το Ορφανοτροφείο της Άνδρου.

Η λειτουργία της Καϊρείου σχολής στην Άνδρο άρχισε στις 9 Φεβρουαρίου 1836 και κράτησε τρία χρόνια. Στο ορφανοτροφείο πήγαιναν άνδρες και γυναίκες, ορφανοί ή πλούσιοι κατά εκατοντάδες, από όλα τα μέρη της Ελλάδας, ενήλικες, λαϊκοί και κληρικοί.

Η σχολή περιελάμβανε τριετείς σπουδές και όλα τα μαθήματα, φιλολογία, φιλοσοφία, μεταφυσική, ηθική, ρητορική, ποιητική, ανώτερα μαθηματικά, πειραματική φυσική, αστρονομία κλπ, τα δίδασκε ο ίδιος ο Καΐρης, χωρίς άλλους βοηθούς εκτός των παλαιότερων μαθητών που προετοίμαζαν τους νεώτερους. Στην ανώτερη τάξη της σχολής, εκτός των άλλων δίδασκε θρησκειολογία, κατά την οποία ανέπτυσσε τις βάσεις κάθε θρησκείας, χωρίς να εκφέρει καμία κρίση γι αυτές. Αργότερα δημιουργήθηκαν φήμες ότι ο Καΐρης μυούσε τους μαθητές σε μία νέα θρησκεία, την οποία ονόμαζε «Θεοσέβεια», δια της οποίας ανέτρεπε τις παραδόσεις και τα δόγματα του χριστιανισμού.

Όλα αυτά διαδίδονταν με φήμες αλλά δεν είχαν εξακριβωθεί. Όμως, η ιερά σύνοδος ζήτησε ομολογία από τον Καΐρη και επειδή αυτός δεν ανταποκρίθηκε, στάλθηκε πολεμικό πλοίο υπό τον ναύαρχο Κανάρη, τον Οκτώβριο του 1839, για να τον μεταφέρει στην Αθήνα όπου τον καθαίρεσαν, σαν αρνητή της εκκλησίας του Χριστού και τον εξόρισαν σε μονή της Σκιάθου, όπου ο Καΐρης υπέστη ανήκουστες κακουχίες από τους καλόγερους εκεί.

Στο τέλος, κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό, πήγε στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπου τον περίμενε εξαιρετική υποδοχή, όχι μόνο από τους γνωστούς του αλλά και από την Αγγλική κυβέρνηση και τιμάται σαν μάρτυρας. Διδάσκει στο Λονδίνο φιλοσοφικά μαθήματα με πλήθος ακροατών.

Το 1844 ψηφίζεται το Σύνταγμα της Ελλάδος, με το οποίο καθιερώνεται η ελευθερία της συνείδησης και ο Καΐρης επανέρχεται στην Ελλάδα. Με την πρόφαση όμως της επέκτασης του θεοσεβισμού, άρχισε νέα επίθεση εναντίον του, παραπέμπεται σε δίκη το 1852 και καταδικάζεται σε φυλάκιση δύο ετών. Εξαιτίας του γήρατος και των κακουχιών στην υγρή και βρωμερή, όπως αναφέρεται, φυλακή της Σύρου, πεθαίνει λίγες μέρες μετά, στις 9 Ιανουαρίου 1853 και θάβεται αμέσως στο Λαζαρέτο της Σύρου, χωρίς να επιτραπεί ούτε στον αδελφό του να αποχαιρετήσει τον νεκρό. Την επομένη της ταφής του, οι αρχές της Σύρου έσκαψαν τον τάφο, άνοιξαν τη κοιλιά του και την γέμισαν με ασβέστη για να λιώσει το σώμα και να μη μπορέσουν οι μαθητές του να τελέσουν τα απαγορευμένα γι’ αυτόν επικήδεια καθήκοντα.

Οι συγγενείς του, λίγες μέρες μετά, φέρνουν την απόφαση των πλημμελειοδικών της Σύρου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος την ακυρώνει, δέκα μέρες μετά τον θάνατο του σοφού. Πενήντα χρόνια μετά, με κοινή δαπάνη των κατοίκων της Άνδρου, αναγείρεται μαρμάρινος ανδριάντας.

Έργα του που εκδόθηκαν είναι: «Γνωστική» (Αθήνα 1849), «Στοιχεία Φιλοσοφίας» (Αθήνα 1851), «Φιλοσοφικά και φιλολογικά» (Πάτρα 1875). Ανώνυμα, στο Λονδίνο, εκδόθηκε η «Θεοσοφία», σε δύο τεύχη, το ένα με τίτλο «Θεοσεβών προσευχές και ιερά άσματα» και το δεύτερο με τίτλο «Διαγωγή θεοσεβούς». Επίσης, «Σύντομη έκθεση των περί αθανασίας της ψυχής κυριοτέρων επιχειρημάτων», «Κοσμοσοφία ή το καθολικό αλληλέγγυο» (Βρυξέλλες1855). Πολλά έργα του σώζονται ανέκδοτα, ομιλίες και επιστολές.

Οι άγρυπνοι όμως πνευματικοί αφέντες των Ελλήνων, οι ιεράρχες, μόλις πληροφορήθηκαν τις περίεργες ενέργειες του Καΐρη, του ζήτησαν νέους όρκους πίστης και υποταγής στην ορθοδοξία, τους οποίους όμως, ο εξελληνισμένος πια παπάς, αρνήθηκε. Η θρησκευτική ιεραρχία ως υπερκείμενη εξουσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, υποχρέωσε τον Ναύαρχο Κανάρη να συλλάβει τον παπά που τόλμησε να κάνει πράξη την διαφορετικότητα των πεποιθήσεών του. Συνελήφθη και ταλαιπωρήθηκε δυό φορές και η σκληρή ταπείνωσή του, αποτελεί μέχρι σήμερα, πρότυπο θρησκευτικής θηριωδίας.

Γέρος και ανήμπορος, μετά από εξορία, σε μοναστήρι της Σκιάθου: «υπέστη ανήκουστες κακουχίες απ’ τους αγροίκους και αμαθείς και φανατικούς μοναχούς. Παρά την σοβαρή επιδείνωση της υγείας του, δεν έπαυσε να γράφει γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα επιστολές προς τους οικείους του».

Τελικά, ο σοφός γέροντας, φυλακίστηκε σε υγρό και δυσώδες κελί φυλακής, όπου και (το 1853) απέθανε! Αλλά και μετά τον θάνατο του, φοβούμενοι μήπως και δεχθεί μεταθανάτιες τιμές, από τους μαθητές του: «διήνοιξαν την κοιλίαν του νεκρού και ενέπλησαν αυτήν ασβέστου»!
Βιβλιογραφία
Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη (Δ.Π Πασχάλη, Θεόφιλος Καΐρης, ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928


ΣΤΟ ΘΕΟΦΙΛΟ ΚΑΪΡΗ

Από κανένα σκιάχτρο δεν τρομάζεις
Γαληνός, αμετάνοιωτος τ 'αδειάζεις
το πικρό ποτήρι!
Μ' έσένα ο Χριστός, ιερέ Καϊρη!

Η φυλακή σου γίνεται βωμός,
στεφάνι αχτιδωτό κι' ο αφορεσμός,
αγνότερη μιά πίστη σ΄ανυψώνει
όπου ασκλάβωτη η Σκέψη αποθεώνει.

Η μάννα σου στο φώς και στη δροσιά
-- Γειά σας, χρυσά Κυκλαδικά νησιά! --
γυρεύει τη σεμνή σου την εικόνα
να βάλη του μετώπου της κορώνα.

Μα η Πολιτεία, μα να η μεγάλη μάννα
που συχνότατα βρέχει ουράνιο μάννα
στον τιποτένιο ή στο ληστή, κρατεί
την πόρτα της τιμής για σε κλειστή.

Εγώ, ποιητής κριτής - διπλός μου ο Θρόνος -
πρώτος, μέσα σε αδιάφορους και μόνος,
στου Λόγου τον ορείχαλκο χυμένο
για τους αιώνες τ΄ άγαλμά σου σταίνω!
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

145 Δελφικά παραγγέλματα οι υποθήκες που παρέδωσαν οι Επτά Σοφοί !!!


Στον πρόναο του Ναού του Απόλλωνος στους Δελφούς, ανεγράφοντο τα δύο περίφημα Δελφικά παραγγέλματα, "ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ" και "ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ", εκατέρωθεν του ιερού γράμματος "ΕI".
Τα Δελφικά αυτά παραγγέλματα, μαζί με άλλα 145 ακόμη, 147 συνολικά ήταν οι υποθήκες που παρέδωσαν οι Επτά Σοφοί στις επερχόμενες γενιές, "ωφελήματα ανθρώποις ες βίον".

Τα παραγγέλματα αυτά ήταν λιτά αποφθέγματα 2 έως 5 λέξεων αλλά μεστά σοφίας, και τα περισσότερα ανήκαν στους 7 σοφούς της αρχαιότητας (Θαλής ο Μιλήσιος, Πιττακός ο Μυτιληναίος, Βίας ο Πρηνεύς, Σόλων ο Αθηναίος, Κλεόβουλος ο Ρόδιος, Περίανδρος ο Κορίνθιος, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος) και ήσαν χαραγμένα στον πρόσθιο τοίχο του Πρόναου ή επί των παραστάδων της πύλης του μεγάλου ναού ή επί του υπέρθυρου ή επί των πολλών στηλών, που είχαν τοποθετηθεί στις πλευρές του ναού περιμετρικά.

Παυσανίας, "Ελλάδος Περιήγησις", βιβλ. 10 ("Φωκικά"), κεφ. 24, §1, 1-13: Εν δε τω προνάω τω εν Δελφοίς γεγραμμένα εστίν ωφελήματα ανθρώποις ες βίον, εγράφη δε υπό ανδρών ους γενέσθαι σοφούς λέγουσιν Έλληνες. Ούτοι δε ήσαν εκ μεν Ιωνίας Θαλής τε Μιλήσιος και Πριηνεύς Βίας, Αιολέων δε των εν Λέσβωι Πιττακός Μυτιληναίος, εκ δε Δωριέων των εν τη Ασία Κλεόβουλος Λίνδιος, και Αθηναίός τε Σόλων και Σπαρτιάτης Χίλων· τον δε έβδομον Πλάτων ο Αρίστωνος αντί Περιάνδρου του Κυψέλου Μύσωνα κατείλοχε τον Χηνέα· κώμη δε εν τη Οίτη τω όρει ωκούντο αι Χήναι. Ούτοι ουν οι άνδρες αφικόμενοι ες Δελφούς ανέθεσαν τω Απόλλωνι τα αδόμενα Γνώθι σαυτόν και Μηδέν άγαν.
Ιωάννης Στοβαίος, "Ανθολόγιον", βιβλ. 3, κεφ. 1, §173:
Σωσιάδου των επτά σοφών υποθήκαι.



α) Έπου Θεώ ….να ακολουθείς τον Θεό
β) Νόμω πείθου….να είσαι νομοταγής
γ) Θεούς σέβου… να σέβεσαι τους Θεούς
δ) Γονείς σέβου… να σέβεσαι τους γονείς σου
ε) Ηττώ υπέρ δικαίου ..να μάχεσαι για το δίκαιο , το καλό, το σωστό, το χρήσιμο.
στ) Γνώθι μαθών…να αποκτάς γνώση , να γνωρίζεις από τις εμπειρίες
ζ) Ακούσεις νόει…να αντιλαμβάνεσαι με τα μάτια του νού
η) Σ’ αυτόν ίσχε…να συγκρατείς τον εαυτό σου αυτόέλεγχος , αυτοπειθαρχία
θ)Φρονεί θνητά…να «σκέφτεσαι»ι πάντα ως θνητός
ι) Εσίαν τίμα…να τιμάς το σπίτι σου
ια) Άρχε σε αυτού…να εξουσιάζεις τον ευατό σου αυτοπειθαρχία
ιβ)Φίλοις βοήθει….τον φίλο πάντα να βοηθάς
ιγ) Θυμού κράτει…να συγκρατας τον θυμό σου αυτοπειθαρχία
ιδ)Φρόνησιν άσκει .. να καλλιεργείς το φρόνημά σου
ιε)Πρόνοιαν τίμα……να εκτιμάς την βοήθεια από όπου προέρχεται
ιστ)Όρκω μη χρώ…να μην δίδεις όρκο
ιζ)Φιλίαν αγάπα…την φιλία να επιδιώκεις
ιη)Παιδείας αντέχου…να υπομένεις τις δυσκολίες της μόρφωσης
ιθ)Δόξαν δίωκε…..να επιδιώκεις (την δόξα ή) να μάθεις διαφορετικές γνώμες
κ)Σοφίαν ζήτει…..να είσαι φιλομαθής φίλος της σοφίας
κα)Καλόν το λέγε…να λέγεις το ορθό, το δίκαιο, την αλήθεια
κβ)Ψέγε μηδένα…..μήν κατακρίνεις κανένα
κγ)Επαίνει αρετή…να επαινείς την αρετή
κδ)Πράττε δίκαια…να είσαι δίκαιος στα έργα σου
κε)Φίλοις ευνόει …να ευνοείς τις προσπάθειες των φίλων
κστ)Εχθρούς αμύνου..να αμύνεσαι πάντα από τους εχθρούς σου
κζ) ευγένειαν άσκει….να είσαι ευγενικός
κη)Κακίας απέχου..να απέχεις από κακίες
κθ)Κοινός γίνου…να είσαι κοινωνικός
λ)Ίδια φύλαττε….να προστατεύεις τα δικά σου
λα)Αλλοτρίων απέχου.. να απέχεις από κακίες, δολοπλοκίες
λβ)Εύφημος ίσθι….να είσαι ήπιος χαρακτήρας
λγ)Άκουε πάντα….Να ακούς τα πάντα
λδ)Φίλω χαρίζου…να είσαι πάντα διαθέσιμος στους φίλους σου
λε)Χρόνου φείδου. .να εκμεταλλεύεσαι τον χρόνο
λστ)Όρα το μέλλον..να σκέφτεσαι το μέλλον σου
λζ)Ύβριν μίσει…να ε’ισαι εχθρός της ύβρεως
λη)Ικέτας αιδού….να έχεις ηθικούς φόβους, φραγμούς
λθ)Υιούς παίδευε…να δώσεις μόρφωση στα παιδιά σου στους γιούς σου
μ)Έχουν χαρίζου…να χαρίζεις
μα) Δόλου φοβού…να αμυνεσαι από δολοπλοκίες και φαύλους ανθρώπους
μβ)Ευλόγει πάντας…να μιλάς με ωραίο τρόπο
μγ)Φιλόσοφος γίνου…να επιδιώκεις την σοφία και να γίνεις φίλος της
μδ)Όσια κρίνε…δίκαια να κρίνεις
με)Γνούς πράττε..να γνωρίζεις αυτό που κάνεις..αυτογνωσία
μστ)Φόνου απέχου..να μην φονεύσεις
μζ)Εύχου δυνατά…να εύχεσαι αληθινά όχι προσποιητά
μη)Σοφοίς χρω…να δίδεις την σοφία σου στους συνανθρώπους σου
μθ)Ήθος δοκίμαζε..να κάνεις αυτοκριτική να είσαι ηθικός
ν)Λαβών απόδος…όταν λαμβάνεις να δίνεις
να)Υφορώ μηδένα..κανέναν να μην υποβλέπεις
νβ)Τέχνη χρω..να δίνεις την τέχνη σου για χρήση
νγ)Ο μέλλεις δος…να δίνεις φροντίδα σε όσους έχουν την ανάγκη εθελοντισμός
νδ)Ευεγερσίας τίμα..να τιμάς όσους σε ευεργετούν
νε)Φθόνει μηδενί ..κανέναν μην φθονείς ζηλεύεις ή να θέλεις το κακό του
νστ)Φυλακήν πρόσεχε…να είσαι προσεχτικός και να αποφεύγεις την παρανομία
νζ)Ομοίοις χρω..τους όμοιους σου να δίνεις
νη)Διαβολήν μίσει…να μην είσαι κακός να αποφεύγεις την μοχθηρία
νθ)Δικαίως κτω…ότι αποκτάς να το κάνεις τίμια
ξ)Αγάθους τίμα..να εκτιμάς τις καλές πράξεις των άλλων
ξα)Κριτήν γνώθι…να γνωρίζεις εκείνον που θα σε κρίνει
ξβ)Γάμους κράτει..να σέβεσαι τον γάμο σου
ξγ)Τύχην νόμιζε…να έχεις υπ όψιν το τυχαίο που θα συμβεί πρόληψη
ξδ)Εγγύην φεύγε..μην εγγυάσαι εύκολα για κάτι ή κάποιον
ξε)Πάσι διαλέγου..να μιλάς σε όλους
ξστ)Ελπίδα αίνει..να δοξάζεις την ελπίδα
ξζ)Δαπανών άρχου..να μην υπερβάλεις στις δαπάνες σου όχι σπάταλος
ξη)Κτώμενος ήδου…να ευχαριστιέσαι όταν αποκτάς με δίκαιο τρόπο
ξθ)Αισχύνην σέβου.. αυτοσεβασμός
ο)Χάριν εκτέλει.. να κάνεις χάρες με σύνεση
οα)Ευτυχίαν εύχου..να ευτυχείς βλέπεις θετικά την πορεία σου αισιοδοξία
οβ)Τύχην στέργε…να συμφωνείς με την τύχη σου
ογ)Ακούων όρα…όταν ακούς να βλέπεις
οδ)Εργάζου κτητά …όταν εργάζεσαι αποκτάς εργατικότητα
οε)Έριν μίσει…να μισείς τις φιλονικίες
οστ)Όνειδος έχθαιρε..να εχθρεύεσαι την κατάκριση
οζ) Γλώσσαν ίσχε..να συγκρατείς την γλώσσα σου
οη)Ύβριν αμύνου…να μην υβρίζεις
οθ)Κρίνε δίκαια..να είσαι δίκαιος στην κριτική σου
π)Χρώ χρήμασι..με σύνεση να χρησιμοποιείς τα χρήματά σου όχι σπατάλες
πα)Αδωροδόκητος δοκίμαζε.. να μην δωροδοκείσαι-δωροδοκείς για προσωπικά οφέλη
πβ)Αιτιώ παρόντα…να αιτιολογείς όσα σου συμβαίνουν
πγ)Λέγε ειδώς…να διακρίνεις την ομιλία σου
πδ)Βίας μη έχου..να αποφεύγεις να είσαι βίαιος
πε)Αλύπως βίου..να επιδιώκεις να ζείς χωρίς λύπες
πστ)Ομίλει πράως..να είσαι ήρεμος στην ομιλία
πζ)Φιλοφρόνει πάσιν..όλους να τους αγαπάς
πη)Υιοίς μη καταθάρρει..μήν αποκαρδιώνεις τα παιδιά σου
πθ)Γλύττης άρχε..να κυριαρχείς στην γλώσσα σου
S)Σ’ αυτόν ευ ποιεί..να κάνεις ότι καλύτερο δια τον ευατό σου
Sα)Ευπροσήγορος γίνου…να παρηγορείς
S β)Αποκρίνουν εν καιρώ…να αφήνεις περιθώρια χρόνου πριν αποφασίσεις οριστικά
Sδ)Πράττε αμετανοήτως *δια καλές πράξεις να μην μετανιώνεις*
Sε)Αμαρτάνων μετανόει..να μετανοείς για τις ανομίες σου
Sστ) Οφθαλμού κράτει..να ελέγχεις ότι βλέπεις όχι ηδονοβλεψίες
Sζ) Βολεύου χρήσιμα..με καλό τρόπο να επιβιώνεις
Sη) Επιτέλει συντόμως..να πληρώνεις αμέσως
Sθ)Φιλίαν φύλαττε..να κρατάς και διαφυλάτεις την φιλία σου
ρ)Ευγνώμων γίνου..να ευγνωμονείς τους ευεργέτας σου
ρα)Ομόνοιαν δίωκε. .να επιδιώκεις την ομόνοια
ρβ)Άρρητα μη λέγε ..τα μυστικά μην αποκαλύπτεις προδίδεις
ργ)Το κρατούν φοβού…να σέβεσαι τον ανώτερο
ρδ)Καιρόν προσδέχου..να δέχεσαι τον χρόνο
ρε)Έχθρας διάλυε…να διαλύεις εχθρότητες
ρστ)Γήρας προσδέχου.. να δέχεσαι τα γηρατειά
ρζ)Επί ρώμη μη καυχώ…μη καυχιέσαι για τη δύναμη σου
ρη)Ευφημίαν άσκει…να έχεις τιμή στην κοινωνία
ρθ)Απέχθειαν φεύγε..την κακία να αποφεύγεις
ρι)Πλούτι δικαίως..να πλουτίζεις με δίκαιο τρόπο
ρια)Δόξαν μη λείπε…να μην υποτιμάς την δόξα
ριβ)Κακίαν μίσει… την κακία να αποφεύγεις
ριγ)Κινδύνευε φρονύμως…με σύνεση και λογική να κινδυνεύεις
ριδ)Χρησμούς θαύμασε…να εκτιμάς τους χρησμούς που σου δίνουν
ριε)Ους τρέφεις αγάπα..να αγαπάς την οικογένειά σου
ριστ)Απόντι μη μάχου..τον απόντα μη μάχεσαι μην κακολογείς
ριζ)Πρεσβύτερον αιδού…να σέβεσαι τον ανώτερο σε ηλικία βαθμό κ.ο.κ.
ριη)Νεώτερον δίδασκε…να μεταδίδεις την γνώση στους νεότερους εις την ηλικία
ριθ)Πλούτω απίστει …μην έχεις «θεό» τον πλούτο (υλισμός)
ρκ)Σε αυτόν αιδού..να είσαι σεμνός όχι δούλος των παθών σου
ρκα)Μη άρχε υβρίζων..μήν διακατέχεσαι από ύβρεις
ρκβ)Προγόνου στεφάνου..να τιμάς τους προγόνους σου
ρκγ)Επι νεκρω μη γέλα.. να σέβεσαι τους νεκρούς
ρκδ)Ατυχούντι συνάχθου ..ενωμένος με άτυχο να είσαι να παίρνεις το μέρος του αδυνάτου
ρκε)Χαρίζου ευλαβώς…λογικά και με σέβας να χαρίζεις
ρκστ)Εξ’ ευγενών γέννα…να προσπαθείς να συγγενεύσεις με καλούς ανθρώπους
ρκζ)Επαγγέλου μηδενί…μη διατάζεις κανένα
ρκη)Τύχη μη πίστευε…μην είσαι έρμαιο της τύχης σου τυχοδιώκτης
ρκθ)Τελεύτα άλυπος…να επιβιώνεις χωρίς λύπες
ρκλ)Μέτρον άριστον…ότι κάνεις να το κάνεις με μέτρο άνευ ακροτήτων
ρλα)Αδικείαν μίσει..να μισείς την αδικία
ρλβ)Ευσέβειαν φύλαττε..να είσαι ευσεβής
ρλγ)Ηδονής κραττείν.. να μή είσαι ηδονολάτρης, ηθικοί φραγμοί όρια αυτοέλεγχος
ρλδ)Βίαν μηδέν πράττειν…..να μη είσαι υπερβολικά βίαιος σε τίποτα
ρλε)Τέκνα παιδεύειν…μάθε στα παιδιά σου την αληθινή ζωή από νωρίς
ρλστ)Μη θρασύνου…να μη ν είσαι θρασύς
ρλζ)Νόμοις πείθου…να είσαι νομοταγής πολίτης
ρλη)Μελέτει το παν…να μελετάς τα πάντα
ρλθ)Γαμείν μέλλον καιρόν γνώθι…να παντρεύεσαι την κατάλληλη στιγμή
ρμ)Μη επί παντί λύπου…μην λυπάσαι για κάθε τι
ρμα)Πίνων αρμόζες…όταν πίνεις να είσαι συγκρατημένος , η μέθη είναι ύβρη
ρμβ)Πέρας επιτελεί μη αποδειλιών..μήν διστάζεις να τελειώσεις ότι άρχισες
ρμγ)Το συμφέρον θηρώ..να κυνηγάς το καλό σου
ρμδ)Θνήσκε υπερ Πατρίδος..να πεθαίνεις δια την πατρίδα σου όταν χρειασθεί
ρμε)Τω βίω μάχου..η ζωή είναι διαρκής αγώνας μάχη
ρμστ)Ευ πάσχε θνητός..να υπομένεις ότι συμβεί είσαι θνητός
ρμζ)Παις ων κόσμιος ίσθι, ηβών εγκρατής ,μέσος δίκαιος, πρεσβύτερος σοφός….. παιδί να είσαι κόσμιος, έφηβος εγκρατής ,άνδρας δίκαιος, γέροντας σοφός

20 Οκτωβρίου 2009

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟ ΦΩΣ - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


ΟΡΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ


Έξω από τους δρόμους των αστόχαστων,
λειτουργός και ψάλτης ορφικός,
έναν ύμνο ξαναφέρνω
μιας λατρείας πανάρχαιας προς το φως.
Έτρεξε ως τα τώρα ο λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμός
ξάφνισμα στο βούισμα των ανθρώπων
της κιθάρας μου ο ρυθμός.
Νύχτα ξεκινώ, νύχτα' ανεβαίνω
τη δυσκολανέβατη κορφή
θέλω μόνος, θέλω πρώτος
τ' απολλώνιο φως να χαιρετίσω,
ενώ κάτου στους ανθρώπους
θα είν' ακόμα ο ύπνος και το σκότος.


Κ.ΠΑΛΑΜΑΣ

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν απόγονος μιας παλαιάς οικογένειας που εμφανίσθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Γενάρχης της υπήρξε ο Παναγιώτης Παλαμάρης.

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Σε ηλικία 7 χρονών έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς. Σε ηλικία μόλις 16 χρονών αρχίζει σπουδές νομικής, ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του. Το 1876 έρχεται στην Αθήνα όπου και γράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει τη Νομική, και έτσι αποφασίζει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Παρά το ότι θα ασχοληθεί με τη ΝΕΑ ελληνική λογοτεχνία, το πρώτο του έργο, που θα δημοσιευτεί το 1876 με τίτλο "Ερώτων 'Eπη" θα γραφτεί σε υπερκαθαρεύουσα.

Το 1886 θα κυκλοφορήσει η πρώτη του συλλογή στη δημοτική και το 1889 δημοσιεύεται ένα από τα καλύτερα έργα του, ο "Ύμνος της Αθηνάς", ο οποίος θα βραβευτεί στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό. Αυτό είναι και το πρώτο του βραβείο. Εισηγητής του διαγωνισμού αυτού ήταν ο Νικόλαος Πολίτης.

Το 1892 δημοσιεύει τη συλλογή "Τα μάτια της ψυχής μου", η οποία βραβεύτηκε και αυτή, το 1890. Το 1897 γίνεται γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δουλειά για την οποία αμοιβόταν αρκετά καλά, και έτσι απέκτησε την οικονομική άνεση για να συνεχίσει το έργο του.

'Ενα χρόνο αργότερα, το 1898, δημοσιεύει δύο ποιητικές συλλογές, το "'Αστυ" και τον "Τάφο". Ακολουθεί μια περίοδος έμπνευσης και ο Παλαμάς γράφει το 1900 τους "Χαιρετισμούς της Ηλιογέννητης", το 1904 την "Ασάλευτη Ζωή", το 1907 τον "Δωδεκάλογο του Γύφτου", το 1910 την "Φλογέρα του Βασιλιά" και το 1919 "Τα Δεκατετράστιχα", τα οποία δημοσιεύονται και στην Αλεξάνδρεια.

Το 1925 παίρνει το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και με την ίδρυση της Ακαδημίας των Αθηνών γίνεται και ένα από τα βασικά στελέχη της. Το 1928 δημοσιεύει τους "Δειλούς και σκληρούς στίχους" (Σικάγο) και το 1930 ή, κατά άλλους, το 1931 γίνεται πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

10 Οκτωβρίου 2009

Γιατί τιμούμε τους Θεούς αφού δεν έχουν ανάγκη τίποτα!

Ο Σερήνος Σαλλούστιος (ή Σαλούστιος) υπήρξε νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 4ου "μεταχριστιανικού" αιώνος, σύγχρνονος, αλλά και προσωπικός φίλος, του φωτισμένου αυτοκράτορος Ιουλιανού, στον οποίο άλλωστε εισηγήθηκε την πολιτική ανοχής και ανεξιθρησκείας απέναντι στους χριστιανούς, παρά την θανάσιμη εχθρότητα των τελευταίων προς κάθε τι το Εθνικό. Στο επίτομο έργο του "Περί Θεών και Κόσμου", με το οποίο ο ίδιος φιλοδοξούσε προφανώς να διαμορφώσει μία εισαγωγή στον Νεοπλατωνισμό, πραγματεύεται με πολύ απλή και κατανοητή γλώσσα τα δύσκολα φιλοσοφικά και θεολογικά ζητήματα του ελληνικού Πολυθεϊσμού.

Αναδημοσιεύουμε εδώ, από το περιοδικό ΔΙΙΠΕΤΕΣ, κάποια σημαντικά σημεία του «Περί Θεών και Κόσμου» που κρίνονται τέτοια επειδή αποσαφηνίζουν την ξεκάθαρα πολυθεϊστική φύση του ελληνικού Εθνισμού, παρά τα όσα απατεωνίστικά επιχειρούν να "καθιερώσουν" στις ημέρες μας οι αλιεύοντες σε θολά ύδατα παραχαράκτες της Παραδόσεώς μας. Επειδή όμως αρμόδιοι να μάς πούνε το τι πίστευαν (η επί το ορθώτερον ΝΟΜΙΖΑΝ) οι Έλληνες, είναι μόνον εκείνοι οι ίδιοι και όχι οι σύγχρονοι εσωτεριστές, θεοσοφιστές, χριστιανοί, γνωστικοί και οι λοιποί συνοδοιπόροι τους, εμείς, ως συνεχιστές της πατρογονικής μας πολυθεϊστικής Παραδόσεως, δίνουμε βήμα στον Σαλλούστιο για να μας μιλήσει τόσο για την Πρώτη Αιτία που ουδεμία σχέση έχει με τον αφύσικο και εξωκοσμικό «Θεό» των μονοθεϊστών, όσο και για την φύση, τις ουσίες και τις τάξεις των Θεών μας.

.

Ι. Πώς πρέπει να είναι ο Ακροατής, και περί κοινών Εννοιών.

Όσοι επιθυμούν να ακούσουν για τους Θεούς πρέπει από παιδιά να έχουν καλή καθοδήγηση, και να μην συνηθίσουν ανόητες δοξασίες. Πρέπει να έχουν καλή και λογική ιδιοσυγκρασία, προκειμένου να κατανοήσουν σωστά τη διδαχή.

Και ακόμh οφείλουν να γνωρίζουν και τις Κοινές Έννοιες. Κοινές Έννοιες είναι εκείνες τις οποίες ομολογούν όλοι οι άνθρωποι όταν ερωτηθούν. Για παράδειγμα, ότι ο Θεός είναι αγαθός, χωρίς πάθος, αμετάβλητος. Διότι ό,τι μεταβάλλεται είναι ή προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο. Αν είναι προς το χειρότερο, γίνεται κακό. Αν είναι προς το καλύτερο, πρέπει αρχικά να ήταν κακό.

.

ΙΙ. Ότι ο Θεός είναι αμετάβλητος, αγέννητος, αιώνιος, ασώματος και ότι δεν βρίσκεται στο χώρο.

Και ας είναι ο ακροατής τέτοιος. Και η διδασκαλία ας είναι αυτού του είδους. Οι ουσίες των Θεών ποτέ δεν δημιουργήθησαν (διότι τα αιώνια όντα ποτέ δεν δημιουργούνται. Και υπάρχει αιώνια ό,τι κατέχει την πρωταρχική δύναμη και από τη φύση του δεν παθαίνει τίποτα). Ούτε συνίστανται οι ουσίες των Θεών από σώματα. Διότι πάντα οι δυνάμεις μέσα στα σώματα είναι ασώματες. Ούτε περιέχονται στο χώρο διότι αυτή είναι ιδιότητα των σωμάτων. Ούτε διαχωρίζονται από την Πρώτη Αιτία ούτε και μεταξύ τους, όπως ακριβώς και οι σκέψεις διαχωρίζονται από το νου, ούτε οι πράξεις γνώσης από την ψυχή.

.

ΙΙΙ. Περί μύθων, ότι είναι θεϊκοί, και γιατί.

Αξίζει να εξετάσουμε, λοιπόν, γιατί οι παλαιοί εγκατέλειψαν τα δόγματα και χρησιμοποίησαν τους μύθους. Και το πρώτο όφελος που έχουμε από τους μύθους είναι ότι πρέπει να αναζητούμε να μην αφήνουμε το νου μας να μένει αργός.

Ότι οι μύθοι είναι θεϊκοί φαίνεται από εκείνους που τους χρησιμοποίησαν. Τους μύθους χρησιμοποίησαν θεόληπτοι ποιητές, οι καλύτεροι των φιλοσόφων, όσοι θέσπισαν μυστήρια και οι ίδιοι οι Θεοί στους χρησμούς. Το γιατί όμως οι μύθοι είναι θεϊκοί πρέπει να το ερευνήσει η Φιλοσοφία. Επειδή κάθε όν χαίρεται με ό,τι είναι όμοιό του και αποστρέφεται τα ανόμοιά του, πρέπει και οι ιστορίες για τους Θεούς να είναι όμοιες με τους Θεούς, ώστε να γίνουν άξιες της θεϊκής ουσίας και να γίνουν οι Θεοί ευμενείς προς εκείνους που τις διηγούνται: τούτο θα επιτευχθεί μόνο με τους μύθους.

Οι μύθοι παρουσιάζουν τους ίδιους και την αγαθότητα των Θεών -σύμφωνα πάντα με τον διαχωρισμό ανάμεσα στο ρητό και το άρρητο, το αφανές και το φανερό, το σαφές και το κρυφό. Εφόσον, όπως ακριβώς οι Θεοί έχουν κάνει κοινά για όλους τα αγαθά των αισθήσεων, τα αγαθά όμως της νόησης τα έχουν δώσει μόνο στους σοφούς, έτσι και οι μύθοι λένε σε όλους ότι υπάρχουν οι Θεοί, ΑΛΛΑ ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΕς ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙς ΤΟΥς ΤΟ ΦΑΝΕΡΩΝΟΥΝ ΜΟΝΟ ΣΕ ΕΚΕΙΝΟΥς ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΝ.

Παρουσιάζουν επίσης και τις ενέργειες των Θεών. Διότι μπορούμε να ονομάσουμε και τον Κόσμο Μύθο, όπου σώματα και πράγματα είναι ορατά, αλλά ψυχές και νόες είναι κρυφοί. Επιπλέον, αν θέλεις να διδάξεις σε όλους την αλήθεια για τους Θεούς, από τη μια ΟΙ ΑΝΟΗΤΟΙ θα την περιφρονήσουν επειδή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΝ, από την άλλη οι καλοί θα την βαρεθούν. Ενώ αν ΚΡΥΨΕΙς ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΕ ΤΟΥς ΜΥΘΟΥς, αποτρέπεις την περιφρόνηση των ΑΝΟΗΤΩΝ και αναγκάζεις τους καλούς να ασκήσουν Φιλοσοφία.

Γιατί όμως οι μύθοι μιλούν για μοιχεία, κλοπές και δέσμιους πατέρες και όλες τις άλλες ανοησίες; Μήπως είναι αυτό αξιοθαύμαστο, καθώς μέσω της φαινομενικής ανοησίας η Ψυχή αισθάνεται αμέσως ότι τα λόγια είναι προκαλύμματα και πιστεύει ότι η αλήθεια είναι ένα μυστήριο;

.

V. Περί της Πρώτης Αιτίας.

Ακολουθεί η γνώση για την Πρώτη Αιτία και οι συνακόλουθες προς αυτήν τάξεις των Θεών, καθώς και η φύση του Κόσμου, η ουσία του νου και της ψυχής, έπειτα η Πρόνοια, η Ειμαρμένη, και η Τύχη, μετά η Αρετή και η Κακία και οι διάφορες μορφές κοινωνικής οργανώσεως, καλές και κακές, που προέρχονται από αυτές, και η πιθανή προέλευση του Κακού στον Κόσμο.

Καθένα από αυτά τα θέματα απαιτεί πολλές και μεγάλες συζητήσεις. Δεν θα έβλαπτε όμως, αν τα εκθέταμε εν συντομία, ώστε ο ακροατής να μην τα αγνοεί παντελώς.

Αρμόζει στην Πρώτη Αιτία να είναι Μία -διότι η μονάδα προηγείται κάθε πλήθους - και να ξεπερνά τα πάντα σε δύναμη και αγαθότητα. Επομένως τα πάντα μετέχουν αυτής. Διότι λόγω της δύναμής της, τίποτα δεν γίνεται να την παρακωλύσει και λόγω της αγαθότητάς της είναι αδύνατον να παραγκωνισθεί.

Αν η Πρώτη Αιτία ήταν Ψυχή, τα πάντα θα ήσαν Έμψυχα. Αν ήταν Νους, τα πάντα θα είχαν Νόηση. Αν ήταν Ύπαρξη, τα πάντα θα αποτελούνταν από την Ύπαρξη. Και βλέποντας αυτή την ιδιότητα στα πάντα, μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι ήταν η Πρώτη Αιτία η Ύπαρξη. Αν τα πράγματα απλώς υπήρχαν, χωρίς να είναι αγαθά, αυτό το επιχείρημα θα ήταν ορθό, αν όμως τα πράγματα που υπάρχουν, υπάρχουν λόγω της αγαθότητάς τους και μετέχουν του Αγαθού, η Πρώτη Αιτία πρέπει απαραιτήτως να είναι πέρα από την Ύπαρξη και από το Αγαθό. Σημαντική απόδειξη αυτού είναι ότι οι ευγενικές ψυχές περιφρονούν την Ύπαρξη προς χάριν του Αγαθού, όταν κινδυνεύουν για την πατρίδα τους ή τους φίλους τους ή για την αρετή. Μετά από αυτή την άρρητη δύναμη έχουμε πάντως τις τάξεις των Θεών.

.

VI. Περί Θεών Εγκόσμιων και Υπερκόσμιων.

Από τους Θεούς μερικοί είναι του κόσμου, δηλαδή Εγκόσμιοι και άλλοι πάνω από τον κόσμο, δηλαδή Υπερκόσμιοι. Εγκόσμιους αποκαλώ όσους δημιούργησαν τον Κόσμο. Από τους Υπερκόσμιους Θεούς μερικοί δημιούργησαν την Ουσία, άλλοι τον Νου και άλλοι την Ψυχή. Και για αυτό έχουν τρεις τάξεις, οι οποίες μπορούν όλες να βρεθούν στις πραγματείες περί του θέματος.

Από τους Εγκόσμιους Θεούς μερικοί έφεραν σε ύπαρξη τον Κόσμο, άλλοι τον ψύχωσαν, άλλοι τον εναρμόνισαν, καθώς αποτελείται από διάφορα στοιχεία. Μία τετάρτη τάξη Θεών τον διαφυλάσσει εναρμονισμένο.

Αυτές είναι οι τέσσερις πράξεις που η κάθε μία έχει αρχή, μέση και τέλος, συνεπώς πρέπει να υπάρχουν Δώδεκα Θεοί για να κυβερνούν τον Κόσμο.

Εκείνοι που έπλασαν τον Κόσμο είναι ο Ζεύς, ο Ποσειδών και ο Ήφαιστος. Εκείνοι που τον εμψύχωσαν είναι η Δήμητρα, η Ήρα και η Άρτεμις. Εκείνοι που τον εναρμόνισαν είναι ο Απόλλων, η Αφροδίτη και ο Ερμής. Εκείνοι που τον φυλάσσουν είναι η Εστία, η Αθηνά και ο Άρης.

Στ'αγάλματά τους υπάρχουν κρυφές ενδείξεις των χαρακτηριστικών τους. Ο Απόλλων εναρμονίζει μία λύρα. Η Αθηνά είναι ένοπλη και η Αφροδίτη είναι γυμνή (επειδή η αρμονία δημιουργεί την ομορφιά και η ομορφιά σε ό,τι είναι ορατό δεν κρύβεται).

Ενώ αυτοί οι Δώδεκα, κατά μία πρωταρχική έννοια κατέχουν τον Κόσμο, θεωρούμε ότι και οι άλλοι Θεοί εμπεριέχονται σε αυτούς. Ο Διόνυσος στο Δία, για παράδειγμα, ο Ασκληπιός στον Απόλλωνα και οι Χάριτες στην Αφροδίτη.

Διακρίνουμε επίσης και τις διάφορες σφαίρες τους. Στην Εστία ανήκει η Γη, στον Ποσειδώνα το νερό, στην Ήρα ο αέρας, στον Ήφαιστο η φωτιά. Και οι έξι ανώτερες σφαίρες στους Θεούς που συνήθως αποδίδονται. Διότι ο Απόλλων και Άρτεμις αφορούν τον Ήλιο και τη Σελήνη, η σφαίρα του Κρόνου πρέπει να αποδοθεί στην Δήμητρα, ο αιθέρας στην Αθηνά. Ενώ ο ουρανός είναι κοινός για όλους. Έτσι οι τάξεις, δυνάμεις και σφαίρες των Δώδεκα Θεών εξηγούνται και υμνούνται.

.

VII. Περί της Φύσεως του Κόσμου και της αιώνιότητάς του.

Αυτός ο ίδιος ο Κόσμος πρέπει κατ' ανάγκη να είναι άφθαρτος και αγέννητος. Άφθαρτος επειδή, αν τυχόν καταστραφεί, πρέπει ή καλύτερος, ή χειρότερος, ή ο ίδιος με αυτόν, ή χάος να δημιουργηθεί. Αν είναι χειρότερος, η δύναμη που δημιουργεί κάτι χειρότερο από το καλύτερο πρέπει να είναι κακή. Αν είναι καλύτερος, ο δημιουργός που δεν έφτιαξε εξ αρχής το καλύτερο πρέπει να είναι ατελής. Aν είναι ο ίδιος, μάταια δημιουργήθηκε. Αν είναι το χάος...είναι ασέβεια και να λέγονται τέτοια πράγματα. Όσα είπαμε αρκούν για να αποδείξουν ότι ο Κόσμος είναι αδημιούργητος . Διότι αν δεν καταστρέφεται τότε δεν δημιουργείται. Διότι κάθε τι δημιουργημένο καταστρέφεται. Και επίσης, εφόσον ο Κόσμος υπάρχει λόγω της αγαθότητας του Θεού συναπάγεται ότι ο Θεός πρέπει πάντα να είναι αγαθός και ο κόσμος να υπάρχει. Όπως το φως συνυπάρχει με τον Ήλιο και με την φωτιά, και η σκιά συνυπάρχει με το σώμα.

Από τα σώματα που βρίσκονται στον Κόσμο, άλλα μιμούνται το Νου και κινούνται σε κύκλους, άλλα μιμούνται την Ψυχή και κινούνται σε ευθιεία γραμμή, η φωτιά και ο αέρας προς πάνω, η γη και το νερό προς τα κάτω. Κατά την κίνηση σε κύκλούς η απλανής σφαίρα ξεκινά από την ανατολή, οι Επτά από τη δύση. (Οι αιτίες για αυτό είναι πολλές, ιδιαίτερα για να μην είναι η δημιουργία ατελής λόγω της ταχείας περιφοράς των σφαιρών).

Καθώς η κίνηση είναι διαφορετική, η φύση των σωμάτων πρέπει να είναι διαφορετική επίσης. Γι αυτό και το ουράνιο σώμα ούτε καίει ούτε ψύχει ό,τι αγγίζει, ούτε κάνει τίποτα άλλο από ό,τι χαρακτηρίζει τα τέσσερα στοιχεία.

Και εφόσον ο Κόσμος είναι μία σφαίρα - ο ζωδιακός το αποδεικνύει αυτό - και σε κάθε σφαίρα το "κάτω" σημαίνει "προς το κέντρο", διότι το κέντρο απέχει περισσότερο από κάθε σημείο, και τα βαριά πράγματα πέφτουν "κάτω" και πέφτουν στη γη "συνεπάγεται ότι η Γη είναι το κέντρο του Κόσμου".

Όλα αυτά τα δημιούργησαν οι Θεοί, τα διατάσσει ο Νους, τα κινεί η Ψυχή. Για τους Θεούς έχουμε ήδη μιλήσει.

.

ΧΙΙ. Πώς τα αιώνια λέγεται ότι "έγιναν" (γίγνεσθαι).

Σχετικά με τους Θεούς και τον Κόσμο και τα ανθρώπινα πράγματα αυτή η πραγματεία αρκεί για όσους δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την φιλοσοφία στο σύνολό της, χωρίς όμως οι ψυχές τους να είναι εντελώς ανεπίδεκτες.

Μας μένει να εξηγήσουμε πώς αυτά τα αντικείμενα μεταξύ τους, εφόσον όπως προείπαμε οι δευτερεύουσες ουσίες "δημιουργήθηκαν" από την πρώτη.

Ό,τι έχει γίνει έγινε είτε με τέχνη, είτε με φυσική διαδικασία, είτε σύμφωνα με κάποια δύναμη. Στην τέχνη και τη φύση ο δημιουργός πρέπει να προηγείται της δημιουργίας: αλλά ο δημιουργός κατά δύναμη, συγκροτεί τα δημιουργήματα μαζί με τον εαυτό του, εφόσον η δύναμή τους είναι αδιαχώριστη από αυτά. Όπως ο ήλιος δημιουργεί το φως,η φωτιά τη θερμότητα, το χιόνι το ψύχος.

Αν οι Θεοί έκαναν τον κόσμο με τέχνη, δεν τον έκαναν να είναι, τον έκαναν να είναι τέτοιος. Διότι κάθε τέχνη δημιουργεί τη μορφή του αντικειμένου. Επομένως, τι είναι εκείνο που τον έφερε σε ύπαρξη;

Αν έγινε με φυσική διαδικασία, τότε ο δημιουργός πρέπει να έδωσε κομμάτι από τον εαυτό του στο δημιούργημα. Καθώς οι Θεοί είναι ασώματοι, πρέπει και ο Κόσμος να είναι ασώματος. Αν υποθέσουμε ότι οι Θεοί είναι σώματα, τότε από πού προέρχεται η δύναμη των ασωμάτων; Και αν παραδεχόμαστε αυτή την άποψη, συνεπάγεται ότι όταν φθαρεί ο κόσμος, πρέπει ,και ο δημιουργός του να φθαρεί, αν είναι δημιουργός από φυσική διαδικασία.

Αν οι Θεοί δεν δημιούργησαν τον κόσμο ούτε με τέχνη ούτε με φυσική διαδικασία, μας μένει μόνο ότι ον δημιούργησαν με κάποια δύναμη. Κάθε τι που γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο υφίσται με αυτό που κατέχει τη δύναμη. Και ό,τι γίνεται κατά αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να καταστραφεί, εκτός εάν η δύναμη τους δημιουργού αφαιρεθεί: ΕΠΟΜΕΝΩς ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΟΤΙ Ο ΚΟΣΜΟς ΘΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ, ΕΙΤΕ ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ, ΕΙΤΕ, ΕΝΩ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ, ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

Άρα εκείνος που δημιουργεί τα πάντα με την δική του δύναμη, συνιστά τα πάντα. Και εφ όσον η δύναμή του είναι η μεγαλύτερη δύναμη, πρέπει να είναι ο δημιουργός όχι μόνο ζώων και ανθρώπων αλλά και Θεών, ανθρώπων και πνευμάτων. Και όσο πιό πολύ απομακρυσμένος από τη φύση μας είναι ο Πρώτος Θεός, τόσο περισσότερες δυνάμεις πρέπει να υπάρχουν ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνον. Διότι όσα πράγματα απέχουν πολύ μεταξύ τους έχουν πολλά ενδιάμεσα σημεία ανάμεσά τους.

.

ΧV. Γιατί τιμούμε τους Θεούς αφού δεν έχουν ανάγκη τίποτα.

Εδώ λύνεται το θέμα σχετικά με τις θυσίες και τις άλλες τιμές που αποδίδονται στους Θεούς. Το ίδιο το Θείο δεν έχει καμία ανάγκη και οι τιμές προσφέρονται για δική μας ωφέλεια. Η πρόνοια των Θεών φθάνει παντού και χρειάζεται μόνο κάποια ικανότητα για την υποδοχή της. Κάθε ικανότητα επιτυγχάνεται από τη μίμηση και την ομοιότητα. Για αυτό τον λόγο οι ναοί κτίσθηκαν προς μίμηση του ουρανού, οι βωμοί μιμούνται τη γη, τα αγάλματα τη ζωή (για αυτό πλάσθηκαν σαν ζωντανά όντα), οι ευχές το νοερό, τα μυστηριακά γράμματα (χαρακτήρες) τις άρρητες ουράνιες δυνάμεις, τα βότανα και οι λίθοι την ύλη, και τα θυσιαζόμενα ζώα την άλογη ζωή μέσα μας.

ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΟΙ ΘΕΟΙ ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΤΙΠΟΤΑ. ΤΙ ΚΕΡΔΟς ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΘΕΟΙ. ΕΜΕΙς ΚΕΡΔΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥς!!!!!!

**************************
*******
Aναδημοσίευση από το περιοδικό ΔΙΙΠΕΤΕΣ